
Αδελφοί μου και πατέρες, ας φυλάξουμε καθαρή τη συνείδηση προς τους πλησίον μας. Ας φυλάξουμε καθαρή την καρδιά μας από τους πονηρούς λογισμούς, που συνηθίζουν να μολύνουν την ταλαίπωρη ψυχή. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε, αν δεν μεταβάλουμε το τριμερές της ψυχής στη φυσική του κατάσταση. Λέγοντας τριμερές, εννοώ το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό. Γιατί αυτά τα τοποθέτησε ο Πανάγαθος Θεός σαν κάποιο τείχος και φρούριο στην ανθρώπινη ψυχή, ώστε να διανύει τον βίο του ο άνθρωπος με ειρήνη και απάθεια, εφ’ όσον τα χρησιμοποιεί σύμφωνα με τη φύση και με το θέλημα του Θεού.
Έτσι μας δίδαξαν οι άγιοι Πατέρες με τη θεόσοφη διδασκαλία τους και περισσότερο με την πράξη. «Ο θυμός ας κινείται μόνο εναντίον του φιδιού που σε έκανε να πέσεις», ορίζει η θεολογική φωνή του αγίου Γρηγορίου. «Το επιθυμητικό ας στραφεί ολόκληρο προς τον Θεό και όχι προς κάτι άλλο, από τα επικίνδυνα και σφαλερά. Ο λογισμός ας επιστατεί σε όλα. Το ανώτερο ας μην έλκεται προς τα κάτω από το χειρότερο» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΜΔ΄, Εις την Καινή Κυριακή, § 7, Ε.Π.Ε, 5, σ. 228.).
Όταν λοιπόν οπλίζουμε ισχυρά το θυμικό ενάντια στους νοητούς εχθρούς, δηλαδή ενάντια στους δαίμονες και τα πάθη, αλλά και σ’ όλα όσα μας εναντιώνονται για τη σωτηρία της ψυχής μας, όπως λέει ο άγιος, τότε βρισκόμαστε στη φυσική μας κατάσταση, στο κατά φύση. Τότε μπορούμε να αγαπάμε τον Θεό με όλη μας την ψυχή και τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, όπως μας διδάσκουν τα ιερά Ευαγγέλια (Μάρκ. 12, 30-31 κ.ά.).
Όταν όμως το λογιστικό μέρος της ψυχής κινείται έξω από τη φυσική του κατάσταση, δηλαδή παρά φύση, και έχει προηγηθεί κάποια γήινη επιθυμία μέσα μας· ή φιληδονία, ή φιλοδοξία, ή τυχόν φιλοχρηματία, τότε από κει ξεκινά η οργή, η μνησικακία και ο φθόνος προς τον πλησίον και τέλος το αποκύημα του φθόνου, ο φόνος.
Όταν ακόμα διατηρούμε και το επιθυμητικό στη φυσική του κατάσταση, όπως μας δόθηκε από τον Θεό, επιθυμούμε τα αιώνια αγαθά, που ούτε μάτι τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, ούτε στην καρδιά εμπαθούς και σωματικού ανθρώπου ανέβηκαν, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που Τον αγαπούν. Γι’ αυτό ακριβώς υπομένουμε κάθε σωματικό και ψυχικό κόπο κι εργαζόμαστε με μεγάλη ευχαρίστηση τις αρετές· τη νηστεία δηλαδή, την αγρυπνία, την ακτημοσύνη, την καθαρότητα του σώματος και την αδιάλειπτη προσευχή.
Με δυο λόγια δηλαδή ας εργαζόμαστε νύχτα και μέρα όλα όσα συντελούν στη σωτηρία της ψυχής. Γιατί, χωρίς αυτά που είπαμε, κανένα καλό δεν κατορθώνεται μόνο του μέσα μας. «Αφού είναι αδύνατο», λέει ο σοφώτατος στα θεία πράγματα Μάξιμος, «ν’ απαλλαγεί κανείς από τον πονηρό χωρίς την συντριβή της καρδιάς». Και συντρίβει την καρδιά η τριμερής εγκράτεια, του ύπνου δηλαδή, της τροφής και της σωματικής αναπαύσεως (Μαξίμου Ομολογητού, Ρ΄ Κεφάλαια Περί Αγάπης, μβ΄, PG 90, 968D).
Όταν επίσης το επιθυμητικό κινείται με κτηνώδη ορμή έξω από τη φύση του, συμπεριφερόμαστε στην κυριολεξία σαν τα άλογα ζώα, όπως λέει η Γραφή: «Ο άνθρωπος δεν συνειδητοποίησε ότι τιμήθηκε από τον Θεό, αλλά συμπεριφέρθηκε σαν τα ανόητα κτήνη και τους έμοιασε» (Ψαλμ. 48, 13). Γι’ αυτό επιθυμούμε τα γήινα και φθαρτά πράγματα, την τρυφή, τη δόξα, το χρυσό, τον άργυρο και την ακαθαρσία που προέρχεται απ’ αυτά. Γι’ αυτά οργιζόμαστε με τους συνανθρώπους, μνησικακούμε και αμαρτάνουμε ασταμάτητα.
Επίσης ο λογισμός, το λογιστικό δηλαδή, σαν ηγεμόνας που είναι, τέθηκε για να επιστατεί σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν βέβαια διαφυλάσσει το χάρισμα που του δόθηκε από τον Θεό, σύμφωνα με την εικόνα Του και με σκοπό την ομοίωση Του (βλ. Γεν. 1, 26 κ.ά.), τότε διανύει το βίο του ο άνθρωπος σκεπτόμενος πάντοτε καλά· «ψάλλει, προσεύχεται, μελετά και διαβάζει μέρα και νύχτα το θείο νόμο· το θέλημα του είναι σύμφωνο με το νόμο του Θεού, με το να σκέφτεται πάντοτε αγαθά για κάθε ευσεβή άνθρωπο» (Μαξίμου Ομολογητού, Ρ΄ Κεφάλαια Περί Αγάπης, μβ΄, PG 90, 968D).
Αν όμως ο λογισμός παρεκτραπεί από το αγαθό, είναι περιττό να πούμε με πόση αλογία γεμίζει. Γιατί τότε ο άνθρωπος, που πάσχει από αναισθησία του λογικού, κυριεύεται από πολυλογίες, καταλαλιές, αισχρολογίες, αλλά και κάθε είδους αμαρτωλές πράξεις, ακόμα κι αν νομίζει, μες στην αναισθησία του, ότι πορεύεται αναμάρτητα.
Όταν λοιπόν το τριμερές της ψυχής κινείται σύμφωνα με τη φυσική του κατάσταση, όπως έχει λεχθεί, τότε ο άνθρωπος αποκτά σώα και υγιή συνείδηση, που του υποδεικνύει το καλό και το κακό. Πλασθήκαμε από το Θεό λογικοί και αυτεξούσιοι. Γι’ αυτό, όταν πράττουμε τα καλά, στεφανωνόμαστε· κι όταν πράττουμε τα κακά, δίκαια κατακρινόμαστε. Κάθε δαιμονική προσβολή προσβάλλει συνήθως ένα απ’ τα τρία αυτά. Και βέβαια δεν κατακρινόμαστε για τις προσβολές του εχθρού.
Αντίθετα, περισσότερο μισθό παίρνουμε από τον Θεό ως ενάρετοι, όταν απορρίπτουμε από την αρχή τα κακά σπέρματα του διαβόλου. Αν όμως δεχθούμε τα σπέρματα του εχθρού με την πρώτη προσβολή, αμέσως ερχόμαστε σε συνδυασμό· απ’ το συνδυασμό στη συγκατάθεση κι από αυτήν, πράττοντας την κακή πράξη, δίκαια κατακρινόμαστε, όπως ήδη έχει λεχθεί (Κλίμακα, ΙΕ΄, 73, σ. 210).
Πρακτικές συμβουλές
Έλεγε ακόμα στους μαθητές του:
– Όταν πάτε στο κελλί κάποιου αδελφού και βρείτε ανοιχτή τη θύρα, μη μπείτε αμέσως μέσα, αλλά, αφού προηγουμένως χτυπήσετε απ’ έξω, όπως είναι συνήθεια, και σας προτρέψει ο οικοδεσπότης, τότε να μπείτε. Κι όταν μπείτε και καθίσετε, μη γυρίζετε το βλέμμα εδώ κι εκεί, για να περιεργαστείτε ό,τι υπάρχει μέσα στο κελλί. Κουβεντιάστε με τον οικοδεσπότη, την αιτία για την οποία ήλθατε, με σκυφτό το βλέμμα και το κεφάλι.
Αν δείτε εκεί κάπου κανένα βιβλίο, μην το πάρετε για να διαβάσετε, είτε είναι μπροστά ο οικοδεσπότης είτε απουσιάζει· γιατί αυτό δείχνει απαιδευσία και γίνεται αντίθετα από τη φωνή της συνείδησης. Αν δείτε εκεί κάποιο βιβλίο, μην το ανοίξετε αμέσως. Προηγουμένως ζητήστε την ευλογία του κατόχου του. Αν εκείνος δώσει ευλογία, τότε ανοίξτε το. Αν όμως προτιμάτε το καλύτερο, μη ζητήσετε καθόλου ευλογία να το ανοίξετε, παρά μόνο αν μονάχος του σας το πει.
Αν κάποιος αδελφός σας εμπιστευθεί να φυλάξετε ένα σακούλι με χρυσό ή ασήμι, μην προσπαθήσετε να το ανοίξετε, για να ερευνήσετε το περιεχόμενο του. Κι αν πρόκειται για κάποιο άλλο σκεύος, μη βάλετε το χέρι να ψηλαφήσετε εκείνα που βρίσκονται μέσα· αυτό είναι ανοησία και όλεθρος της ευλάβειας και προξενεί βλάβη στην ψυχή – έτσι φτάνουμε σιγά-σιγά στην κλοπή. Αν βρείτε κάποιο σκεύος του γείτονα σας πεσμένο μέσα στο μοναστήρι, ή στο δρόμο, ή τυχόν σ’ έναν έρημο τόπο, μην το κρατήσετε για δική σας χρήση, αλλ’ αμέσως να το δώσετε στον κάτοχό του. Γιατί αλλιώς, θα σας λογισθεί την ημέρα του θανάτου σαν κλοπή.
Η περιέργεια του υποτακτικού τιμωρείται
Κάποτε μ’ έστειλε ο Γέροντας σε κάποιον άλλο γέροντα να ζητήσω ένα βιβλίο και να του το φέρω. Πράγματι πήγα, πήρα το βιβλίο και ανέβαινα το μονοπάτι για το κελλί μας. Επειδή όμως κουράστηκα ανεβαίνοντας, κάθισα να ξαποστάσω. Άνοιξα το βιβλίο και τυχαία βρήκα αμέσως το κεφάλαιο που ήθελε να διαβάσει ο Γέροντας. Το διάβασα, έκλεισα το βιβλίο και του το πήγα. Όταν το πήρε στα χέρια του, το άνοιξε, ψάχνοντας εδώ και κει, για να βρει το κεφάλαιο εκείνο, μα δεν το ’βρισκε. Τον ρώτησα:
– Ποιο κεφάλαιο ζητάς, πάτερ, στο βιβλίο τούτο;
Και όταν έμαθα ότι έψαχνε εκείνο που βρήκα και διάβασα στο δρόμο, τον ρώτησα:
– Έχει ευλογία να σου το δείξω εγώ;
Απάντησε:
– Δείξε μου.
Πήρα το βιβλίο, βρήκα το κεφάλαιο που ήθελε να διαβάσει και του το έδειξα.
Εκείνος όμως, κοιτάζοντάς με βλοσυρά, μου λέει:
– Πώς ξέρεις εσύ ότι υπάρχει το κεφάλαιο αυτό μέσα σε τούτο το βιβλίο;
Μόλις είδα την έκφραση του προσώπου του, κατάλαβα αμέσως την πτώση μου. Πέφτω στα πόδια του ζητώντας συγχώρεση, εξομολογούμενος πως έγινε το πράγμα. Εκείνος με μάλωσε πολύ αυστηρά, λέγοντας:
– Πώς τόλμησες, άθλιε, ν’ ανοίξεις το κελλάρι και το σεντούκι μου και να ψάξεις τι έχουν μέσα; Φύγε μακριά από μένα. Δε θέλω εγώ τέτοιο μαθητή που υπακούει στο λογισμό του και δεν ακολουθεί το θέλημα μου.
Κυλίστηκα στα πόδια του και τον παρακάλεσα να με συγχωρέσει. Με δυσκολία τελικά με συγχώρεσε, βάζοντας μου μεγάλο κανόνα. Έτσι ήξερε να φροντίζει και να μηχανεύεται ποικίλους τρόπους για την ωφέλεια των υποτακτικών του.
Παραλληλισμός της υπακοής των μοναχών
με την υπακοή των Αποστόλων στον Κύριο
Διόρθωνε όμως και σωφρόνιζε, όσο μπορούσε με έμπρακτο και σοφώτατο πνευματικό τρόπο, όχι μόνο τους δικούς του μαθητές αλλά και μαθητές άλλων γερόντων που, κυριευμένοι από το πάθος της αντιλογίας, της παρακοής ή από κάτι άλλο, αποστέλλονταν για να διορθωθούν.
– Αγαπητέ μου αδελφέ, συμβούλευε, ο δρόμος που βαδίζεις είναι αποστολικός. Ό,τι λογής λοιπόν ευλάβεια είχαν οι Απόστολοι προς τον Κύριο, τον Ιησού Χριστό και Θεό μας, τέτοια οφείλει να έχει προς τον πνευματικό του πατέρα καθένας από μας, που μια για πάντα απαρνήθηκε το δικό του θέλημα, όπως μας δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος: «Έχω κατέβει από τον ουρανό, για να τηρώ το θέλημα του Πατέρα που μ’ έστειλε, κι όχι το θέλημά μου» (Ιωάν. 6, 38). Επειδή λοιπόν από Εκείνον διδάχθηκαν οι Απόστολοι, δεν αντιμιλούσαν, δε φιλονικούσαν, δεν ακολουθούσαν τα δικά τους θελήματα και τις δικές τους σκέψεις. Πείθονταν στην εντολή και τη γνώμη του δασκάλου τους και γι’ αυτό δίκαια άκουσαν από Αυτόν: «Όπου βρίσκομαι εγώ, εκεί θα είναι και ο μαθητής μου» (Ιωάν. 12, 26).
Και δε διαψεύσθηκαν οι ελπίδες τους. Γι’ αυτό με σιγουριά σας λέω ότι όποιος από μας υπομένει εν γνώσει του την εκκοπή του θελήματος του και ανέχεται τους εμπαιγμούς και τις επιπλήξεις του γέροντα του με ταπείνωση και αυτομεμψία, χωρίς να αντιλέγει και χωρίς καθόλου να τον κρίνει, θα στεφανωθεί με τους Αποστόλους και θα αγάλλεται με τον Χριστό στους απέραντους αιώνες.
Διήγηση για έναν αυστηρό γέροντα και τον υποτακτικό του
Κάποτε κάποιος γέροντας που κατοικούσε πιο χαμηλά από μας ήταν κυριευμένος από το πάθος του θυμού, αν και ήταν βιαστής και σπουδαίος αγωνιστής· και δεν είναι τούτο παράδοξο. Αυτός λοιπόν είχε έναν υποτακτικό πολύ υπάκουο και πρόθυμο στη διακονία και στην υπηρεσία του γέροντα του. Ένα πράγμα μόνο δεν μπορούσε να υπομείνει: την αυστηρότητα του γέροντα. Γι’ αυτό πολλές φορές ζητούσε ευκαιρία να φύγει.
Όταν ο γέροντας καταλάβαινε ότι είχε τέτοιους λογισμούς, τον έπαιρνε κι ερχόντουσαν στον όσιο Ρωμύλο. Και κείνος, κατά πως τον φώτιζε ο Θεός, για να στηρίζει και να νουθετεί όσους πειράζονται απ’ το μισόκαλο εχθρό, έπαιρνε τον καθένα ιδιαίτερα και τον νουθετούσε όπως έπρεπε. Κι από τη μια έλεγε στο γέροντα:
– Δεν πρέπει, πάτερ και αδελφέ κατά Θεόν, να επιτίθεσαι στον αδελφό τόσο αυστηρά και τόσο άγρια, αλλά μέσα στην αυστηρότητα να δείχνεις πραότητα και ομαλότητα, και άλλα τέτοια.
Εκείνος, ακούγοντας τον όσιο, υποσχόταν βέβαια να φυλάξει την συμβουλή του. Νικημένος όμως από τη φύση του, φερόταν και πάλι με την ίδια αυστηρότητα.
Από την άλλη μεριά συμβούλευε και το νέο αδελφό, σαν κοινός πατέρας και γνήσιος εργάτης της αγάπης περισσότερο από κάθε άλλον:
– Μην τολμήσεις να φύγεις από το γέροντα σου, για να μη δοκιμάσεις μεγαλύτερο πειρασμό. Γιατί όσοι εγκαταλείπουν την υποταγή, πέφτουν στην πλάνη του εχθρού. Εξάλλου, ένας απ’ τους δυο σας πρόκειται σε λίγο καιρό να πεθάνει κι έτσι θα ζημιωθείς τους κόπους σου. Αν όμως υπομείνεις μέχρι τέλους τον γέροντα, θα στεφανωθείς με τους μάρτυρες, θα χορεύεις πνευματικά με τους αγγέλους και θ’ αγάλλεσαι στους απέραντους αιώνες.
Εκείνος πάλι, όταν τ’ άκουγε αυτά, έφευγε χαρούμενος και υποσχόταν ότι θα παραμείνει στην υπακοή του γέροντα. Έτσι λοιπόν γινόταν.
Ο υποτακτικός αυτός είχε εντολή από το γέροντα του, να πηγαίνει στη μονή της Λαύρας και να διακονεί στο φούρνο τρεις φορές την εβδομάδα· την Τρίτη, την Πέμπτη και το Σάββατο. Έπειτα έπαιρνε φρέσκα ψωμιά και γύριζε στο γέροντα. Έφτασε στο μοναστήρι Μεγάλη Τετάρτη βράδυ, για να διακονήσει στο ζύμωμα, που θα γινόταν κατά τη συνήθεια στον όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης. Είχε μάλιστα ευλογία από το γέροντα να μεταλάβει τα Άχραντα Μυστήρια στη Λειτουργία και κατόπιν να επιστρέψει με τα ψωμιά.
Όλα έγιναν, πράγματι, όπως πρόσταξε ο γέροντας. Μετά τη Θεία Κοινωνία, ο αδελφός πήγε στο φούρνο να πάρει τα ψωμιά. Ενώ λοιπόν έψαχνε να τα βρει, ξαφνικά και απροσδόκητα ανέβασε πολύ υψηλό πυρετό και μετά από λίγη ώρα ξεψύχησε. Οι πατέρες της μονής τον κήδεψαν με σεβασμό και τιμή μετά από λίγο.
Όταν αναπάντεχα το ’μαθε ο γέροντας, πληγώθηκε η καρδιά του. Από τότε μέχρι το θάνατο του δεν έπαψε να προσθέτει δάκρυα πάνω στα δάκρυα, γοερές κραυγές πάνω στις κραυγές. Κάθε φορά επαναλάμβανε τα λόγια του γέροντα του οσίου Ακακίου της Κλίμακας:
– Συγχωρέστε με, γιατί έχω κάνει φόνο (Κλίμακα, Δ΄, 111, σ. 106 κ.εξ.)
Όλ’ αυτά, νομίζω, δε συνέβησαν από σύμπτωση ή τυχαία, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά σύμφωνα με τ’ ανεξιχνίαστα και απόρρητα σχέδια του Θεού, με σκοπό τη σωτηρία και των δύο. Γιατί από τη μια μεριά ο αδελφός αναπαύθηκε αμέσως εκείνη την πάνσεπτη και φρικτή ημέρα, αφού κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια, ενώ ο γέροντας από την άλλη δεν έπαψε να πενθεί μέχρι το θάνατο του, ώστε και ο τάφος του να αναπέμψει ευωδία.
Η διήγηση αυτή δεν καταγράφηκε παράκαιρα, κατά τη γνώμη μου, αλλά με σκοπό να φανερωθεί στους αναγνώστες το προορατικό χάρισμα του αγίου και πόση ωφέλεια είχαν οι λόγοι και τα παραγγέλματα του.

(Γρηγορίου του Αναχωρητή, Όσιος Ρωμύλος-Βίος και Θαυμαστή Πολιτεία,
Ιστολόγιο: «Ελληνική Πατρολογία», 11-07-2025)