Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία

Πνευματικὴ ἀνάγνωση καὶ ἀνάλυση

            Βρισκόμαστε στὴν Ἀντιόχεια κατὰ τὰ τέλη τοῦ ΣΤ΄ αἰῶνος (594). Ἕνας εὐλαβὴς νέος, ὁ Ἀνδρόνικος, ὁ ὁποῖος ἀσκοῦσε τὴν ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα τοῦ ἀργυροπράτη, δηλαδὴ ἐμπόρου νομισμάτων καὶ πολύτιμων μετάλλων ποὺ ἔκανε συναλλαγές, εἶχε νυμφευθεῖ τὴν Ἀθανασία, μιὰ σεμνὴ καὶ εὐλαβικὴ κοπέλα, μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε ἀγαπημένη καὶ θεοσεβῆ οἰκογενειακὴ ζωή.
            Τὸ ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ Ἀνδρονίκου ἀπέφερε σημαντικὰ κέρδη δὲν τοὺς ὁδηγοῦσε σὲ διάθεση ματαιοδοξίας καὶ ἐπίδειξης. Δὲν ἦταν ἄνθρωποι κοσμικῶν μεγαλείων. Εἶχαν ἀποφασίσει ἀπὸ κοινοῦ νὰ διαμοιράζουν τὰ κέρδη τῆς ἐπιχείρησής τους σὲ τρία μέρη:
            α. Τὸ ἕνα μέρος τὸ προσέφεραν μὲ ἱλαρότητα καὶ ἀγαθὴ διάθεση στοὺς φτωχούς, οἱ ὁποῖοι ἀφθονοῦσαν στὴν μεγαλούπολη ποὺ ἔμεναν.
            β. Τὸ δεύτερο μέρος τὸ προσέφεραν ὡς δάνειο σὲ ἀνθρώπους ποὺ βρισκόντουσαν σὲ μεγάλη ἀνάγκη καὶ δυσχέρεια, χωρὶς νὰ ζητοῦν τόκους.
            γ. Καὶ τὸ τρίτο μέρος τὸ κρατοῦσαν γιὰ τὴν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν στὸ σπίτι καὶ στὸ ἐργαστήριό τους.
            Τὸ εὐλαβὲς καὶ ὑποδειγματικὸ αὐτὸ ζεῦγος εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τὴν ἀπόκτηση δυὸ τέκνων, ἑνὸς ἀγοριοῦ καὶ μιᾶς κόρης. Ὅταν γεννήθηκε καὶ τὸ δεύτερο παιδί, κι ἐνῶ τὸ ἀνδρόγυνο ἦταν ἀκόμη σὲ νεανικὴ ἡλικία, ἀποφάσισαν καὶ πάλι ἀπὸ κοινοῦ νὰ προβοῦν μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ σὲ μεγάλο ἀγώνισμα: θέλησαν νὰ ἀφιερωθοῦν περισσότερο στὴν πνευματικὴ ζωή, νὰ δοθοῦν μὲ περισσότερη ἔνταση στὴν προσευχή, στὴν νηστεία καὶ στὴν ἀγαθοεργία καὶ σὲ μιὰ πιὸ συνεπῆ καὶ συνεχῆ μυστηριακὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπωμίστηκαν τὸν ἀγῶνα τῆς πλήρους ἐγκρατείας διὰ τῆς ἀποχῆς ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς νόμιμες καὶ ἐπιτρεπτὲς συζυγικὲς σχέσεις ὡς ἀνδρόγυνο!
            Σὲ ἐποχὴ σαρκολατρίας καὶ γενικῆς ἀκράτειας σὰν τὴν δική μας, ποὺ περιλαμβάνει ὄχι μόνο τρόπους ἀποφυγῆς τῆς τεκνογονίας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ παρὰ φύσιν σχέσεις στὰ «χριστιανικά» (;!) ἀνδρόγυνα, πόσο μεγάλο ἔλεγχο ἀποτελεῖ αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καὶ ἅγιο ζεῦγος;
            Ἤδη συμπληρώθηκαν δώδεκα χρόνια ἔγγαμης ζωῆς. Ὁ Ἀνδρόνικος καὶ ἡ Ἀθανασία ζοῦσαν μὲ συνέπεια τὴν εὐλογημένη συμβίωσή τους καὶ εἶχαν χαρὰ γιὰ τὰ χαριτωμένα παιδιά τους ποὺ τὰ ἔβλεπαν νὰ μεγαλώνουν καὶ νὰ τοὺς μοιάζουν ὄχι μόνο ἐξωτερικά, ἀλλὰ καὶ στὶς ψυχικὲς ἀρετές.
            Οἱ ἀγωνιζόνενοι, προσευχόμενοι καὶ ἐγκρατευόμενοι γονεῖς σπέρνουν ἀδιόρατα μέσα στὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν τους τὶς πιὸ ἀγαθὲς καταβολές. Τὸ παράδειγμα συνεποῦς χριστιανικῆς ζωῆς ἀποτελεῖ τὸν πιὸ ἠχηρὸ τρόπο διδαχῆς.
            Τότε ὅμως συνέβη κάτι φοβερό! Τὰ παιδιὰ πέθαναν μαζὶ τὴν ἴδια μέρα, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι ἡ αἰτία τοῦ θανάτου τους, ἄν δηλαδὴ ἐπρόκειτο γιὰ κάποια ἀσθένεια ποὺ τὰ βρῆκε ἤ γιὰ κάποιο δυστύχημα.
            Ὁ Ἀνδρόνικος στὴν ἰσχυρὴ καὶ ἀπερίγραπτη αὐτὴ δοκιμασία, ποὺ κλονίζει δυστυχῶς πάρα πολλοὺς καὶ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἀπρεπεῖς ἐκδηλώσεις καὶ συμπεριφορές, παρέμεινε ἑδραῖος καὶ ἀνεπηρέαστος στὴν πίστη του, δείχνοντας ἰώβειο ὑπομονή. Ἀφοῦ ὁ Κύριος ποὺ τὰ ἔδωσε, ἔκρινε νὰ τὰ πάρει πίσω, ἄς εἶναι τὸ ἅγιο Ὄνομά Του εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες!
            Ἡ Ἀθανασία ὅμως, σὰν μητέρα, κλονίσθηκε καὶ ἡ λύπη κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα της. Τὰ παιδιὰ τάφηκαν στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ καὶ ἐνῶ ἡ κηδεία καὶ ἡ ταφὴ ὁλοκληρώθηκαν καὶ ὅλοι ἀναχώρησαν, αὐτὴ παρέμεινε ἐκεῖ ἀπαρηγόρητη, στὸν γοερὸ θρῆνο της. Ὁ Ἀνδρόνικος πῆγε μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη τῆς μεγάλης πόλεως στὸ Πατριαρχεῖο, γιὰ νὰ τύχει παρηγοριᾶς καὶ ἐνίσχυσης σὲ αὐτὴ τὴν δύσκολη περίσταση. Ἦταν προφανῶς γνωστὸς καὶ ἐπιφανὴς πιστὸς καὶ διατηροῦσε μὲ τὸν Ποιμενάρχη τῆς πόλεως πνευματικὸ σύνδεσμο.
            Ἡ Ἀθανασία θρηνοῦσε στοὺς τάφους τῶν παιδιῶν της ἀναφωνῶντας ὅτι προτιμᾶ νὰ πεθάνει καὶ αὐτὴ ἐκεῖ καὶ νὰ ταφεῖ ἐπίσης μαζὶ μὲ τὰ ἀγαπημένα της τέκνα. Σίγουρα ἡ μητέρα ὅταν θάβει παιδὶ ἤ παιδιά, θάβει μαζί τους καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν καρδιά της. Ὁ ἄπελπις θρῆνος της θὰ εἶχε ὅπως φαίνεται θλιβερὴ συνέχεια, ἄν δὲν συνέβαινε κάτι τὸ ἐκπληκτικό:
            Τὸ μεσονύκτιο, ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Ἰουλιανὸς ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ ἐνώπιον τῆς Ἀθανασίας μὲ τὴν μορφὴ καὶ τὸ σχῆμα Μοναχοῦ καὶ τὴν μέμφθηκε γιὰ τὸν θρῆνο της καὶ τὸν ἐνοχλητικὸ θόρυβο ποὺ προξενοῦσε. Αὐτὴ τότε δικαιολογήθηκε στὸν ἄγνωστο Μοναχό, ὅτι ἔθαψε ἐκεῖ καὶ τὰ δυό της παιδιὰ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ξεπεράσει τὸν ἄμετρο πόνο ποὺ τῆς διατρυποῦσε τὴν καρδιά.
            Τότε ὁ Ἅγιος Μάρτυρας τῆς εἶπε ἀποκαλυπτικά:
            «Μὴ κλαῖς γι’ αὐτὰ διότι ὅπως οἱ ἄνθρωποι ζητοῦν νὰ φάγουν καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἱκανοποιήσουν αὐτὴ τὴν ζωτικὴ ἀνάγκη, ἔτσι καὶ τὰ παιδιὰ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, διότι στερήθηκαν τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἀφοῦ ἔφυγαν νωρὶς ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή».
            Τότε ἡ Ἀθανασία ἔνιωσε κατάνυξη, μετέβαλε τὴν λύπη της σὲ χαρὰ καὶ ἀναφώνησε: «Λοιπόν, τὰ παιδιά μου ζοῦν στοὺς οὐρανούς, κι ἐγὼ τότε γιατί νὰ κλαίω;».
            Ἀναζήτησε μάλιστα τὸν Μοναχὸ ποὺ τῆς μίλησε, διότι τὸν ἔχασε ἀπὸ μπροστά της, καὶ μὴ εὑρίσκοντάς τον ρώτησε τὸν θυρωρὸ τοῦ Ναοῦ ποῦ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε πάει ὁ Μοναχὸς ὁ ὁποῖος εἶχε εἰσέλθει πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα στὸν Ναό. Ὁ θυρωρὸς ἔκπληκτος τὴν βεβαίωσε ὅτι οἱ πόρτες παραμένουν κλειδωμένες καὶ κανεὶς Μοναχὸς δὲν εἶχε εἰσέλθει στὸν Ναό!
            Ἀμέσως ἡ Ἀθανασία καταλήφθηκε ἀπὸ φόβο, διότι κατανόησε ὅτι κάτι τὸ ὑπεφυσικὸ συνέβη. Ἔσπευσε στὸ σπίτι, ὅπου βρῆκε τὸν Ἀνδρόνικο καὶ τοῦ διηγήθηκε τὸ συμβάν. Μάλιστα, προέβη σὲ μιὰ ἀναπάντεχη πρόταση: Νὰ τὴν ὁδηγήσει σὲ Μοναστήρι, γιὰ νὰ παραμείνει πλέον ἐκεῖ ὡς Μοναχὴ γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της! Ἡ συνάντηση μὲ ἀντιπρόσωπο τῆς ἄλλης ζωῆς, τῆς ἄλλαξε γνώμη· ἀντὶ γιὰ νὰ ταφεῖ μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της, θέλησε νὰ ταφεῖ ὁριστικὰ γιὰ τὰ ἐγκόσμια, ὥστε νὰ προετοιμαστεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερα προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τὰ ἐπουράνια!
            Ὁ Ἀνδρόνικος ἀποδέχθηκε ἀμέσως τὴν πρότασή της μὲ μεγάλη χαρά, διότι καὶ ὁ ἴδιος ποθοῦσε τὴν Μοναχικὴ ζωή! Ἄλλωστε, ἦταν καὶ οἱ δύο καλὰ προετοιμασμένοι μὲ τὸν ἀγῶνα τῆς ἐγκρατείας τους, τὸν ὁποῖον διατηροῦσαν μὲ ἀκρίβεια χωρὶς νὰ δυσανασχετοῦν.
            Ἔσπευσαν λοιπὸν νὰ διαμοιράσουν τὴν περιουσία τους στοὺς φτωχούς, ἀπελευθέρωσαν τὸ ὑπηρετικὸ προσωπικὸ ποὺ εἶχαν καὶ τὸ ὑπόλοιπο τῶν ὑπαρχόντων τους τὸ παρέδωσαν στὸν πατέρα τῆς Ἀθανασίας, τὸν μόνο ἐπιζῶντα προφανῶς ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους, μὲ τὴν παραγγελία νὰ ἱδρύσει νοσοκομεῖο καὶ ξενῶνα Μοναχῶν.
            Τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου εἶναι Μέγα. Ἀποτελεῖ δεσμὸ ἰσόβιο καὶ ἀδιάσπαστο, ὅταν ὅμως ὑπάρχει κοινὴ συμφωνία γιὰ ἐπίτευξη ἀνώτερου πνευματικοῦ σκοποῦ, τότε εἶναι δυνατὸν ὄχι νὰ περιφρονηθεῖ, ἀλλὰ νὰ ὑπερβαθεῖ. Αὐτὸ ἔγινε στὴν προκειμένη περίπτωση καὶ ὅπως θὰ παρακολουθήσουμε ἡ κατάληξη ἦταν ἐξαίσια καὶ ὑπερθαύμαστη.
            Κι ἀφοῦ ἔλαβαν τὰ ἔξοδά τους γιὰ τὸ ταξίδι τους καὶ τίποτε περισσότερο, ἐξῆλθαν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια νύχτα, γιὰ νὰ ἀποφύγουν προφανῶς τὰ βλέμματα τῶν ἀδιακρίτων σχετικὰ τὴν ἀκατανόητη αὐτὴ ἀπὸ κοσμικῆς πλευρᾶς πράξη τους. Καθὼς ἀναχωροῦσαν, ἡ Ἀθανασία εἶδε γιὰ τελευταία φορὰ τὸ σπίτι τους ποὺ ἐγκατέλειπαν καὶ σήκωσε τὰ χέρια της στοὺς οὐρανούς, παρακαλῶντας τὸν Κύριο ὅπως κάποτε εἶπε στὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴν Σάρρα νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν γῆ καὶ τὴν συγγένειά τους, ἔτσι καὶ τώρα νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν φόβο Του, διότι γιὰ τὸ Ὄνομά Του ἄφηναν τὸ σπίτι τους ἀνοικτὸ καὶ ἔφευγαν· γι’ αὐτό, ἄς μὴ τοὺς κλείσει τὴν θύρα τῆς Βασιλείας Του!
            Κι ἔτσι, ἀναχώρησαν μὲ κλαυθμὸ καὶ ἔφθασαν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου προσκύνησαν μὲ πόθο καὶ εὐλάβεια τοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπισκέφθηκαν πολλοὺς ὁσίους πατέρες καὶ παρηγορήθηκε ἡ ψυχή τους.
            Ἀπὸ ἐκεῖ, μετέβησαν στὴν Αἴγυπτο, στὸν περίφημο κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὅσιο Ἀββᾶ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἔλαμπε μεταξὺ τῶν ἀναριθμήτων Μοναχῶν ὡς φωτεινὸς ἀστέρας στὴν Σκήτη. Σὲ αὐτὸν φανέρωσαν τὸν σκοπό τους καὶ ζήτησαν τὴν καθοδήγησή του. Ἡ πράξη τους αὐτὴ ἀποδεικνύει τὴν μεγάλη τους σύνεση, διότι δὲν προέκριναν μόνοι τους νὰ ἐπιλέξουν τόπο καὶ τρόπο ἀσκήσεως, ἀλλὰ ζήτησαν μὲ ἐμπιστοσύνη καθοδήγηση ἀπὸ ἕναν ἐκ τῶν πλέον ἀκουστῶν καὶ ἁγίων Μοναχῶν τῆς ἐποχῆς τους.
            Ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ ἔστειλε τὴν Ἀθανασία στὸ γυναικεῖο Μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν, καὶ τὸν Ἀνδρόνικο κράτησε κοντά του καὶ τὸν ἔκειρε Μοναχό.
            Αὐτὸς ἔμεινε μὲ τὸν ἅγιο Γέροντα δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια. Κατόπιν, ὁ ἔμπειρος πλέον  Μοναχὸς Ἀνδρόνικος ἔνιωσε μεγάλη ἐπιθυμία νὰ μεταβεῖ καὶ πάλι γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, παρακάλεσε τὸν Ἀββᾶ Δανιὴλ νὰ τοῦ δώσει ἄδεια καὶ εὐλογία νὰ πάει στὴν Ἁγία Γῆ. Ὁ δὲ Ἀββᾶς χωρὶς δυσκολία τοῦ ἐπέτρεψε νὰ πάει.
            Στὸ δρόμο ὁ Ἀνδρόνικος κάθισε νὰ ξαποστάσει κάτω ἀπὸ ἕνα δένδρο, διότι ἔκανε ζέστη καὶ ὁ ἥλιος ἔλαμπε μὲ δύναμη. Κατὰ θεία οἰκονομία, ἦλθε τότε καὶ ἡ πρώην σύζυγός του Ἀθανασία, ἡ ὁποία μὲ ἀλλαγμένη μορφὴ καὶ σχῆμα, συστήθηκε ὡς Μοναχὸς Ἀθανάσιος! Πήγαινε καὶ αὐτὴ στὸν ἴδιο προορισμό, δηλαδὴ γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους. Μόνο τυχαία δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ συνάντηση. Καὶ ἡ μὲν Ἀθανασία ἀναγνώρισε τὸν Ἀνδρόνικο, ἐκεῖνος ὅμως δὲν τὴν ἀναγνώρισε, διότι ἡ ἄσκηση καὶ ἡ κακοπάθεια -ὅπως καὶ τὸ ἀλλαγμένο σχῆμα- εἶχαν ἀφανίσει καὶ μαράνει τὴν ὅποια ὡραιότητά της καὶ ἡ μορφή της ἦταν πλέον τραχειὰ καὶ ἀρρενωπή, χωρὶς καθόλου νὰ θυμίζει κάτι ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἐμφάνισή της.
            Ὅταν πιστοποίησαν ὅτι εἶχαν τὸν ἴδιο σκοπό, συμφώνησαν νὰ κάνουν τὸ προσκύνημα μαζί. Ἡ Ἀθανασία ὅμως εἰς ἔνδειξιν τοῦ ἀνδρικοῦ της φρονήματος καὶ τῆς Μοναχικῆς της ὡριμότητος καὶ προόδου, πρότεινε νὰ τηρήσουν καθ’ ὅλη τὴν  συνοδοιπορία καὶ συναναστροφή τους ἀπόλυτη σιωπή! Ὁ Ἀνδρόνικος, ὡς ἐπίσης ἐνάρετος Μοναχὸς μὲ πλήρη ἐπίγνωση, συμφώνησε στὴν πολὺ συνετὴ αὐτὴ πρόταση. Ἔτσι καὶ τὸν νοῦ τους θὰ τηροῦσαν καθαρὸ καὶ ἐλεύθερο, καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προσευχή τους δὲν θὰ διέκοπταν καθόλου.
            Ἡ Ἀθανασία τὸν ἐρώτησε μόνο ἄν εἶναι μαθητὴς τοῦ Ἀββᾶ Δανιήλ, κι ἐκεῖνος τῆς τὸ βεβαίωσε. Ἐπίσης, τὸν ἐρώτησε ἄν ὀνομάζεται Ἀνδρόνικος, κι ἐκεῖνος πάλι χωρὶς νὰ ἀπορήσει ἤ νὰ ἐκπλαγεῖ γιὰ τὶς ἀποκαλύψεις αὐτές, τῆς ἀπάντησε θετικά. Τότε ἡ ἀνδρεία Ἀθανασία ἐπικαλέσθηκε τὶς εὐχὲς τοῦ ἁγίου Γέροντος Δανιὴλ νὰ τοὺς συνοδεύουν στὸ δρόμο τους καὶ ὁ Ἀνδρόνικος ἐξέφρασε τὴν ἐπιδοκιμασία του.
            Ἡ διήγηση στὴν ἁπλότητα καὶ λιτότητά της εἶναι ἐντυπωσιακή. Ἐνῶ ἔγιναν τελικὰ κάποιες νύξεις ἀπὸ τὴν Ἀθανασία, ἡ ὁποία ὅπως εἴπαμε γνώρισε τὸν πρώην σύζυγό της καὶ προφανῶς θέλησε νὰ σιγουρευθεῖ πλήρως, δείχνοντας ταυτόχρονα ὅτι γνώριζε προσωπικὰ στοιχεῖα του, τοῦτο καθόλου δὲν ἀποτέλεσε αἰτία καὶ ἀφορμὴ γιὰ νὰ τεθοῦν ἐπὶ πλέον ἐρωτήματα, νὰ ἀρχίσει συζήτηση, νὰ γεννηθεῖ περιέργεια!
            Εἶχαν περάσει δώδεκα χρόνια ἀπὸ τὸν ἑκούσιο χωρισμό τους καὶ ἀπὸ τὸν Μοναχικὸ ἀγῶνα τους. Ἦταν καὶ οἱ δύο παρόντες. Οἱ ἴδιες οἱ ὑπάρξεις τους, οἱ νεκρωμένες γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἀναγεννημένες ἐν Χριστῷ, οἱ μέτοχες Ἁγίου Πνεύματος, οἱ στηριζόμενες στὶς εὐχὲς κοινοῦ ἁγίου Πνευματικοῦ Πατρὸς καὶ Γέροντος, «μιλοῦσαν» μόνες τους, χωρὶς νὰ ὑπάρξει καμιὰ ἀνάγκη νὰ κινηθοῦν οἱ γλῶσσες γιὰ ἀνθρώπινες συνομιλίες, ἐξηγήσεις, συγκινήσεις καὶ ἀποκαλύψεις. Διότι αὐτὸ σίγουρα δὲν θὰ τοὺς βοηθοῦσε πνευματικά, δὲν θὰ τοὺς ἀνέβαζε, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε πίσω, στὴν ἀνασκόπηση τοῦ παρελθόντος ποὺ ἀρνήθηκαν, καὶ κυρίως δὲν θὰ ἅρμοζε στὸν ἅγιο σκοπὸ τῆς ἱεραποδημίας τους. Προτίμησαν νὰ ἐπικρατεῖ μεταξύ τους «ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ἡ σιγή, διότι ἦταν οὐρανοπολῖτες, ἐπεκτεινόμενοι στὰ ἔμπροσθεν καὶ λησμονοῦντες τὰ ὄπισθεν. Ἡ μετάβασή τους στὴν ἐπίγεια Ἱερουσαλὴμ προεικόνιζε τὴν πορεία ἀνόδου τους στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν μητέρα πάντων ἡμῶν.
            Ἆρά γε, θὰ μποροῦσαν ὅσοι πηγαίνουν σὲ προσκυνήματα, καὶ μάλιστα στοὺς Ἁγίους Τόπους, νὰ ἔχουν λίγη ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἁγία συναίσθηση, ὥστε ἄν δὲν τηροῦν ἀπόλυτη σιωπή, τουλάχιστον νὰ τηροῦν σχετικὴ συγκράτηση ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ ἀχρείαστα λόγια, προκειμένου νὰ βιώσουν θεῖες ἀναβάσεις; Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι σήμερα κυριαρχεῖ μὲν ὁ «θρησκευτικὸς τουρισμός», μὲ τοὺς σύγχρονους μάλιστα τρόπους μεταφορᾶς ποὺ ἔχουν ἐκμηδενίσει τὶς ἀποστάσεις, ἀλλὰ ὅσοι συμμετέχουν σπάνια ἤ πολὺ σπάνια συγκλονίζονται βαθιὰ καὶ κυρίως ἡ ζωή τους ἀλλάζει δραστικὰ πρὸς τὸ καλύτερο ὄχι μόνο γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ πάντα.
            Ὁ Ἀνδρόνικος καὶ ἡ Ἀθανασία πῆγαν στοὺς Ἁγίους Τόπους πεζοπορῶντας, σὲ ἀπόλυτη σιωπή, προσευχόμενοι· προσκύνησαν τὰ πιὸ ἱερὰ προσκυνήματα τῆς ἁγίας πίστεώς μας ἐν σιωπῇ, περικλείοντας τὶς θεῖες εὐλογίες βαθιὰ στὴν ψυχή τους· καὶ ἐπέστρεψαν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, σὲ ἀπόλυτη σιωπή, προσευχόμενοι! Πόσο θεῖο πλοῦτο συνέλεξαν καὶ μὲ πόση ἀσφάλεια τὸν διατήρησαν!
            Ἡ Ἀθανασία, κατανοῶντας μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ προσκυνήματος ὅτι ὁ Σταυρωθεὶς καὶ Ἀναστὰς Κύριός μας τοὺς καλοῦσε σὲ μιὰ ὑψηλότερη ἀνάβαση, ἔθεσε κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους ἕνα ἀναπάντεχο ἐρώτημα στὸν Ἀνδρόνικο: «Θέλεις νὰ μείνουμε μαζὶ σὲ ἕνα κελλί;»!
            Ὁ Ἀνδρόνικος ἐξέφρασε ἁπλὰ καὶ ἤρεμα τὴν συμφωνία του, ὅμως ὡς καλὸς Μοναχὸς καὶ Ὑποτακτικὸς εἶπε ὅτι θὰ ἔπρεπε πρῶτα νὰ πάει στὸν ἅγιο Γέροντά του τὸν Ἀββᾶ Δανιὴλ γιὰ νὰ λάβει τὴν ἄδεια καὶ εὐχή του γιὰ κάτι τέτοιο.
            Ἡ Ἀθανασία συμφώνησε, καὶ τοῦ εἶπε μὲ βεβαιότητα νὰ πάει, ἀλλὰ νὰ γνωρίζει ὅτι θὰ τὸν ἀναμένει σὲ κάποιο σημεῖο ποὺ καλοῦνταν Ὀκτωκαιδέκατο. Πρόσθεσε μάλιστα διευκρινιστικὰ καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι κατὰ τὴν Μοναχικὴ συμβίωσή τους θὰ ἐξακολουθοῦσαν τὸ ἄθλημα τῆς ἀπολύτου σιωπῆς, ὅπως ἀκριβῶς πῆγαν στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐπέστρεψαν χωρὶς νὰ χαλάσουν τὴν κατὰ Θεὸν συμφωνία τους! Ἄν ὁ Ἀνδρόνικος μποροῦσε νὰ ὑπομείνει τὸν ὅρο αὐτὸ καλῶς, θὰ ἦταν δεκτὸς νὰ ἔλθει· ἄν ὄχι, θὰ ἔκανε καλὰ νὰ μὴν ἔλθει!…
            Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι σημαντικὸ νὰ τονίσουμε ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ κατὰ Θεὸν συμβιώσεις καὶ συγκατοικήσεις χρειάζονται εὐχὴ καὶ εὐλογία γιὰ νὰ στερεωθοῦν καὶ εὐοδωθοῦν. Καὶ τί νὰ ποῦμε γιὰ κάθε εἴδους συμβίωση καὶ συγκατοίκηση ποὺ ἀποβλέπει σὲ σαρκικὲς ἱκανοποιήσεις χωρὶς εὐλογία, χωρὶς φόβο Θεοῦ, χωρὶς πνευματικὴ κάλυψη καὶ ἀσφάλεια, οἱ ὁποῖες στὶς πονηρὲς ἡμέρες μας ὑπερπληθύνθηκαν καὶ κατακυρίευσαν μικροὺς καὶ μεγάλους; Σήμερα τὸ χριστιανικὸ ἦθος καταπατεῖται καὶ ἐμπαίζεται, ἐπικρατεῖ δὲ ἡ παράδοση στὸν πονηρὸ διάβολο καὶ ἡ ἀποστροφὴ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ἔχουμε εἰσέλθει σὲ ἡμέρες μεγάλης θλίψεως. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ἀπονέκρωση καὶ ἐρημοποίηση δὲν θὰ μείνει χωρὶς τὰ καταστροφικὰ ἀποτελέσματα ποὺ τὴν ἀκολουθοῦν. Ἡ περιφρόνηση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἀπώλεια καὶ αὐτὸ οὔτε ἀλλάζει, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσιωπᾶται. Τὸ ἰσχυρὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας εἶναι ἐπίκαιρο περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή.
            Ὁ Ἀνδρόνικος λοιπὸν μετέβη στὸν Ἀββᾶ Δανιὴλ καὶ τοῦ ἀνέφερε σχετικὰ μὲ τὴν πρόταση τοῦ φαινομένου Μοναχοῦ Ἀθανασίου. Μόλις ὁ Ἀββᾶς ἄκουσε γιὰ τὸν ὅρο ποὺ ἐτέθη σχετικὰ μὲ τὴν Μοναχική τους συμβίωση ἐν σιωπῇ, ἔδωσε τὴν πρόθυμη εὐλογία του στὸν Ἀνδρόνικο, λέγοντάς του: «Ὕπαγε, ἀγάπα τὴν σιωπή, καὶ μεῖνε μὲ τὸν ἀδελφό· ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι στ’ ἀλήθεια τέτοιος ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ὁ Μοναχός»!
            Νομίζουμε ὅτι ἐδῶ ἔχουμε μιὰ πολὺ σαφῆ ἀποκάλυψη. Οἱ Μοναχοὶ καὶ οἱ Μοναχὲς εἶναι ἀνάγκη νὰ καθρεπτισθοῦν καὶ νὰ ἀναλογισθοῦν κατὰ πόσον τηροῦν καὶ τιμοῦν τὴν Μοναχική τους κλήση. Ὁ ἔλεγχος εἶναι ἁπλός: ἄν ἔχουν διάθεση ἐξωτερικῆς σιωπῆς, ἐν ὑπακοῇ, καὶ ἐσωτερικῆς συνομιλίας μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό, εἶναι πραγματικοὶ Μοναχοί· ἄν ἀντιθέτως νιώθουν ἰσχυρὴ τάση νὰ λέγουν πολλὰ λόγια, ἀρεσκόμενοι σὲ ἐγκόσμιες συζητήσεις κι ἔτσι χαλοῦν τὴν ἐσωτερικὴ συνομιλία μὲ τὸν ἐράσμιο Νυμφίο τῶν ψυχῶν, τότε βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ Μοναχικὴ ζωὴ καὶ εἶναι ἐπεῖγον νὰ ἐπανεύρουν τὴν ὀρθὴ γραμμὴ πλεύσεως καὶ πορείας πρὶν νὰ κλεισθεῖ ἡ Θύρα τοῦ Νυμφῶνος καὶ νὰ βρεθοῦν ἐκτὸς αὐτοῦ σὰν τὶς μωρὲς παρθένες!
            Ὁ Ἀνδρόνικος ἐπέστρεψε πράγματι στὸν τόπο ποὺ τὸν ἀνέμενε ἡ Ἀθανασία καὶ ἔτσι ἄρχισε ἡ τρίτη περίοδος τῆς κοινῆς καὶ πάλι ζωῆς τους, ἡ ὁποία διήρκεσε ἄλλα δώδεκα ἔτη! Τρεῖς δωδεκαετίες τοὺς χαρακτήρισαν: Δώδεκα ἔτη Γάμου, δώδεκα ἔτη χωριστῆς Μοναχικῆς ζωῆς, καὶ ἄλλα δώδεκα ἔτη κοινῆς Μοναχικῆς ζωῆς σὲ ἀπόλυτη σιωπή, χωρὶς ὁ Ἀνδρόνικος νὰ γνωρίσει ὅτι διαμένει πλέον μὲ τὴν πρώην σύζυγό του, ἐνῶ ἐκείνη τὸ γνώριζε· ἀλλὰ δὲν τὸ ἀποκάλυψε ποτὲ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό της!
            Παράλληλα, ὁ ἅγιος Γέροντας Δανιὴλ ἐρχόταν κατὰ διαστήματα ἀπὸ τὴν Σκήτη στὸν τόπο ἀσκήσεώς τους καὶ τοὺς συμβούλευε γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλειά τους. Κανεὶς δὲν ἐξαιρεῖται, σὲ ὅσο ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς κι ἄν ἔχει ἀνέλθει, ἀπὸ τὴν ἀνάγκη Πνευματικοῦ πατρός.
            Εἶναι ἄξιο τονισμοῦ ὅτι ἡ Ἀθανασία, ἡ ὁποία ἔλαβε τὴν πρωτοβουλία γιὰ νὰ συνασκοῦνται μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρόνικο, δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ ἀπὸ ἀδυναμία, ἀπὸ κάποια συναισθηματικὴ ἤ ψυχολογικὴ ἀνάγκη νὰ βλέπει τὸν πρώην ἀγαπημένο της σύζυγο καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀσφάλεια τῆς παρουσίας του. Αὐτὸ συνέβη ἀντίθετα ἀπὸ δύναμη ὑπερφυσική, μὲ τὴν ὁποία εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὴν θεία Χάρη, προκειμένου νὰ ὁμαλυνθεῖ ἡ ὁδός τους ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τὴν οὐράνια Πατρίδα, μὲ ταυτόχρονη φανέρωση στὴ γῆ τῆς εὐλογημένης ἰσαγγέλου καταστάσεως ποὺ θὰ ἰσχύει στὰ ἔσχατα, στὴν αἰωνιότητα! Ἕνα ζεῦγος στὴ γῆ βίωνε τὴν κατὰ Θεὸν ἑνότητα καὶ πνευματικὴ ἀγάπη, ἀπαλλαγμένο ἐντελῶς ἀπὸ κάθε δεσμὸ καὶ ἀναγκαιότητα φθορᾶς καὶ ἐμπαθείας! Οἱ γονεῖς αὐτοὶ οἱ ἅγιοι, ἔφθασαν καὶ ξεπέρασαν τὰ ἀνήλικα τέκνα τους, ποὺ εἶχαν ἀνέλθει στοὺς οὐρανοὺς πρὶν νὰ γνωρίσουν τὰ θεωρούμενα ὡς εὐχάριστα τῆς γῆς, τὰ ἡδονικὰ ποὺ εἶναι ἀξεχώριστα ἀπὸ τὰ ὀδυνηρὰ καὶ ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς ἀντὶ νὰ ἀποτελοῦν ὁδὸ προετοιμασίας γιὰ τὴν αἰωνιότητα, μετατρέπονται σὲ ἐμπόδια γιὰ ἄρνηση τῆς αἰωνιότητος καὶ προσκόλληση στὴν ματαιότητα τῶν παρόντων.
            Σὲ μία ἐπίσκεψή του ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ ἀφοῦ στήριξε πνευματικὰ τὸ ἅγιο ζεῦγος τῶν συνασκητῶν, ἀναχώρησε. Ὅμως, ἔτρεξε ξωπίσω του ὁ Ἀνδρόνικος καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Ἀββᾶς Ἀθανάσιος (ἡ ὁσία Ἀθανασία) ἀσθένησε καὶ πρόκειται νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν Κύριο. Ἀμέσως ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ ἐπέστρεψε καὶ βρῆκε πράγματι «τὸν Ἀθανάσιο» νὰ πάσχει ἀπὸ θέρμη. Μόλις ἐκεῖνος εἶδε τὸν Γέροντα ἄρχισε νὰ κλαίει.
            -Γιατί κλαῖς ἀντὶ νὰ χαίρεσαι ποὺ πηγαίνεις νὰ ἀπολαύσεις τὸν Κύριο; Ρώτησε ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ.
            -Δὲν κλαίω γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο, εἶπε ἐκείνη. Κάνε ὅμως ἀγάπη παρακαλῶ, συνέχισε, καὶ ὅταν μὲ θάψεις νὰ βρεῖς πλησίον τῆς κεφαλῆς μου σημείωμα· νὰ τὸ διαβάσεις καὶ νὰ τὸ δώσεις στὸν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο.
            Τί νὰ σημαίνει αὐτὸ τὸ κλᾶμα τῆς Ἁγίας γιὰ τὸν Ὅσιο Ἀνδρόνικο; Προφανῶς στὴν ταπείνωσή της τὸν θεωροῦσε ἀνώτερο πνευματικά, ἄν καὶ ἡ ἴδια ὑπερεῖχε, καὶ θὰ ἤθελε μᾶλλον αὐτὴ νὰ τὸν προπέμψει γιὰ νὰ μὴν τοῦ ἀποκαλυφθεῖ καὶ τὸ μυστικό της! Εἶχε φθάσει στὴν τέλεια Ἀγάπη! Δὲν βιαζόταν αὐτὴ πρώτη νὰ σπεύσει νὰ συναντήσει στὴν αἰωνιότητα τὰ ποθητὰ τέκνα τους. Ἔθετε τὰ πράγματα στὴν ὀρθή τους σειρά, ὅτι δηλαδὴ προηγεῖται ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς γιὰ τὸν σύζυγο, στὴν προκειμένη περίπτωση γιὰ τὸν συνασκητή, καὶ μετὰ γιὰ τὰ παιδιά!
            Ὅμως, ὁ Κύριος ἔκρινε ἀλλιῶς καὶ αὐτὴν θέλησε νὰ πάρει πρώτη, γι’ αὐτὸ καὶ ὄφειλε νὰ ὑποταχθεῖ καὶ νὰ μὴν ἀποφύγει νὰ ἀποκαλύψει τὸ μυστικό της.
            Γι’ αὐτὸ καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκαν, ἡ Ὁσία μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ἐν Κυρίῳ.
            Τὸ σημείωμα βρέθηκε καὶ πιστοποιήθηκε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὴν Ἀθανασία, τὴν πρώην σύζυγο τοῦ Ἀνδρονίκου! Τοῦτο γνωστοποιήθηκε παντοῦ καὶ συνέρρευσαν πάρα πολλοὶ Μοναχοὶ καὶ Ἀσκητὲς στὸν ἐνταφιασμό της. Καὶ ἦταν ὅλοι λευκοφορεμένοι, ὅπως συνήθιζαν σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, διότι οἱ κεκοιμημένοι ἀδελφοὶ ἀναδείχθηκαν νικητὲς σαρκός, κόσμου καὶ κοσμοκράτορος! Κρατοῦσαν μάλιστα τὰ σύμβολα τῆς νίκης, κλάδους βαΐων, δηλαδὴ φοινικόφυλλα. Καὶ ὅλοι δόξασαν τὸν Θεὸ ποὺ ἔδωσε στὴν Ἁγία τόση μεγάλη ὑπομονή.
            Ὁ δὲ Ὅσιος Δανιὴλ παρέμεινε γιὰ τὴν τέλεση τῶν Μνημοσύνων καὶ ὅταν ἀποχώρησε θέλησε νὰ πάρει μαζί του τὸν Ὅσιο Ἀνδρόνικο. Αὐτὸς ὅμως ζήτησε νὰ παραμείνει: «Ἐδῶ νὰ ἀποθάνω μὲ τὴν κυρία μου Ἀθανασία»! Ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος προαισθανόταν ὅτι ἦταν ἕτοιμος, ὥριμος καρπὸς γιὰ νὰ πετάξει στὶς αἰώνιες μονές, γιὰ τὸν Ἠγαπημένο Νυμφίο καὶ γιὰ τοὺς Ἀγαπημένους, γιὰ τὴν Οὐράνια Οἰκογένεια ἐν σκηναῖς Δικαίων. Ἦταν βέβαιος ἄλλωστε ὅτι ἡ ἀγαπημένη Ὁσία Ἀθανασία τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ζητοῦσε κατὰ τὴν παράστασή της ἐνώπιον τοῦ Ἐπουρανίου Βασιλέως, θὰ ἦταν νὰ τὴν ἀκολουθήσει ἄμεσα ὁ Συνασκητής της Ὅσιος Ἀνδρόνικος, ὁ ἐπίγειος σύζυγός της, ὁ κατὰ Θεὸν συναγωνιστής της. Ὅπως καὶ ἔγινε.
            Κι ἐνῶ ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ ἀποδέχθηκε τὴν πρόταση τοῦ Ὁσίου Ἀνδρονίκου καὶ ἀναχώρησε, δὲν εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ὅταν ἔτρεξε καὶ πάλι πίσω του κάποιος Μοναχὸς καὶ τὸν εἰδοποίησε ὅτι ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀσθενεῖ μὲ θέρμη. Ἀμέσως ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ κάλεσε ὅλο τὸ Μοναχικὸ τάγμα νὰ προσέλθει, διότι «ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀκολουθεῖ τὸν Ἀββᾶ Ἀθανάσιο»!
            Ἦλθαν πράγματι, τὸν πρόλαβαν ζωντανό, ἔλαβαν τὴν εὐλογία του καὶ ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ.
            Ὑπῆρξε μάλιστα ἔνταση μεταξὺ τῶν Μοναχῶν ἀπὸ τὴν Σκήτη καὶ ἀπὸ τὸ Ὀκτωκαιδέκατο, περὶ τοῦ ποιὸς θὰ λάβει τὸ λείψανο. Ὅμως, ὁ Ἀββᾶς Δανιὴλ ἦταν σαφής, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνει ἐκεῖ γιὰ νὰ συνταφεῖ μὲ τὸν Συναγωνιστή του, μὲ τὴν Ὁσία Ἀθανασία, ὅπως καὶ ἔγινε. Μαζὶ στὴ ζωή, μαζὶ στὸ θάνατο, μαζὶ στὸν τάφο, μαζὶ στὴν αἰωνιότητα!
            Καὶ ὅλοι δόξασαν τὸν Θεὸ γιὰ τὰ θαυμάσιά Του.
            Ἡ μνήμη τῶν Ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας ἑορτάζεται στὶς 9 Ὀκτωβρίου. Ἀποτελοῦν ὑπόδειγμα γιὰ ἐγγάμους, γιὰ δοκιμαζομένους ἀπὸ πένθος καὶ μάλιστα γιὰ ἀπώλεια παιδιῶν, γιὰ προσκυνητὲς καὶ μάλιστα τῶν Ἁγίων Τόπων, γιὰ ἀποτασσομένους, γιὰ Μοναχοὺς καὶ Μοναχές. Ἐν ὀλίγοις, γιὰ ὅλους!
            Ἡ ἐλεημοσύνη τους, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀποταγή, ἡ ὑπομονή, ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἀγάπη τους εἴθε νὰ ἐμπνέουν κάθε ἀναγνώστη τοῦ θαυμαστοῦ βίου τους καὶ κάθε εὐλαβούμενο τὴν ἁγία μνήμη τους!

(Ἐπιμέλεια: Σεβ/τος Μητροπολίτης ΓΟΧ Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμης,
Λάρισα – Σεπτέμβριος 2026)

Κύλιση στην κορυφή