(13η Αὐγούστου)

Ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Δωρόθεος γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ χριστιανικὴ καὶ εὔπορη οἰκογένεια. Ἔλαβε καλὴ μόρφωση, τόσο ἐκκλησιαστικὴ ὅσο καὶ στὶς θύραθεν ἐπιστῆμες. Φανέρωσε ἄλλωστε τέτοια φιλομάθεια ποὺ γιὰ χάρη της λησμονοῦσε νὰ φάει, νὰ πιεῖ καὶ νὰ κοιμηθεῖ, πρᾶγμα ποὺ ἔβλαψε τὴν ὑγεία του ποὺ παρέμενε πάντα εὔθραυστη. Ἄλλο δὲν ἐπιθυμοῦσε παρὰ νὰ διαβάζει, ἰδιαίτερα βιβλία ἰατρικῆς, ἀποφεύγοντας τὶς κακὲς συναναστροφὲς καὶ ἀταξίες τῆς νεότητος, ἔτσι ποὺ μποροῦσε νὰ πεῖ ἀργότερα: «Ἂν γιὰ τὴν θύραθεν ἐπιστήμη εἶχα τέτοιον πόθο καὶ τέτοιο ζῆλο ὥστε ν’ ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ διάβασμα καὶ νὰ μοῦ γίνει ἀναφαίρετη συνήθεια, πόσῳ μᾶλλον γιὰ τὴν ἀρετή!»[1].
Ἀπαρνούμενος ἀπὸ νωρὶς τὸν κόσμο, εἰσῆλθε στὴν Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Σερίδου, κοντὰ στὴν Γάζα, καὶ παραδόθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στοὺς δύο ἁγίους Γέροντες, Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη. Παρόλο ποὺ ἐπιθυμοῦσε τὴν πλήρη ὑποταγή, ὁ Γέροντες λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τους τὴν σωματικὴ ἀδυναμία του καὶ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἐπέτρεψαν νὰ κρατήσει μιὰ μικρὴ οἰκογενειακὴ ἰδιοκτησία καὶ νὰ ἔχει στὴν κατοχή του βιβλία ποὺ εἶχε φέρει στὸ μοναστῆρι.
Καθὼς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀναλάβει μεγάλες κακοπάθειες καὶ δεχόταν ἐπιθέσεις ἀπὸ ἀκαθάρτους λογισμούς, ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος τοῦ ἐπιδαψίλευε παραμυθία καὶ συμβουλές. Τὸν συμβούλευσε νὰ μὴν ἀφήνει νὰ τὸν κυριεύει ἡ ἀπόγνωση, πρᾶγμα ποὺ χαροποιοῦσε τὸν διάβολο, καὶ ἐπιτρέποντάς του νὰ πίνει λίγο κρασὶ τὸν προέτρεπε νὰ βάζει τὰ δυνατά του νὰ ἀποκόπτει τὸ σαρκικὸ θέλημα συγκεντρώνοντας ὅλες τὶς προσπάθειές του στὴν ἐσωτερικὴ ἄσκηση τῆς καρδιᾶς, προκειμένου νὰ ἀποκτήσει τὶς πολυτιμότερες ἀρετές· τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν ὑπακοή, τὴν κατάνυξη, τὴν συμπόνια ἀπέναντι σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν διαρκῆ μνήμη τοῦ Θεοῦ.
Ἐνθαρρυμένος ἀπὸ τοὺς Γέροντες καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Δωρόθεος μπόρεσε ἔτσι να συντρίψει ὅλους τοὺς ἐχθρούς του. Ἀργότερα, δίδασκε ὅτι ἡ ἀποκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος εἶναι τὸ μονοπάτι ποὺ ἐπιτρέπει νὰ φθάσει κανεὶς στὴν ἄκρα τελειότητα. Πράγματι, συνηθίζοντας κανεὶς νὰ παραιτεῖται ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα, στὴν ἀρχὴ στὰ μικρὰ πράγματα, κατόπιν σὲ κάθε δραστηριότητα, ἐπιτυγχάνει τὴν ἀπροσπάθεια καὶ ἀπὸ τὴν ἀπροσπάθεια ἔρχεται σὺν Θεῷ σὲ τέλεια ἀπάθεια. Ἐπαναλάμβανε δὲ συχνὰ τοῦτο τὸν λόγο τῶν Πατέρων: «Ὅποιος ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ἀποκόψει τὸ ἴδιον θέλημα, ἔφθασε στὸν τόπο τῆς ἀναπαύσεως».
Μία ἡμέρα ποὺ πολεμοῦνταν ἀπὸ μία συντριπτικὴ καὶ ἀνυπόφορη θλίψη προερχόμενη ἀπὸ τὸν δαίμονα καὶ βρισκόταν στὴν αὐλὴ τοῦ μοναστηριοῦ ἀποθαρρυμένος καὶ παρακαλῶντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν βοηθήσει, ὁ Δωρόθεος εἶδε αἴφνης ἕνα μυστηριῶδες πρόσωπο μὲ ὄψη ἐπισκόπου νὰ μπαίνει στὴν ἐκκλησία. Τὸν ἀκολούθησε καὶ τὸν εἶδε νὰ προσεύχεται μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα στὸν οὐρανό. Ὅταν τελείωσε τὴν προσευχή του, ὁ ἄνδρας στράφηκε πρὸς τὸν νέο μοναχὸ ποὺ τὸν εἶχε κυριεύσει μέγας φόβος καὶ κτυπῶντας τον μὲ τὰ δάχτυλα στὸ στῆθος, ἐπανέλαβε τρεῖς φορὲς τὸν στίχο τοῦ ψαλμοῦ: «Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου»… Ἐνῶ τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ἔγινε ἄφαντο, εὐθὺς ἡ καρδιὰ τοῦ ὁσίου Δωροθέου γέμισε φῶς, χαρά, παραμυθία καὶ γλυκύτητα καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ποτὲ πιὰ δὲν πολεμήθηκε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, τὴν λύπη ἢ τὸν φόβο[2].
Ἀνησυχῶντας γιὰ τὴν εἰρήνη αὐτὴ ποὺ φαινόταν νὰ ἀντιφέρεται στὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ διδάσκει ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ περάσει μέσα ἀπὸ πολλὲς θλίψεις γιὰ νὰ φθάσει στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄνοιξε τὴν καρδιά του στὸν [ὅσιο] Ἰωάννη τὸν Προφήτη, ὁ ὁποῖος τὸν καθησύχασε λέγοντας: «Καθένας ποὺ βάζει τὸν ἑαυτό του κάτω ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ τῶν Πατέρων, ἔχει αὐτὴ τὴν ἀμεριμνησία καὶ ἀνάπαυση»[3]. Πράγματι, ὁ ὅσιος Δωρόθεος δὲν παρέλειπε νὰ ἀναφέρει κάθε λογισμό του στοὺς Γέροντες. Μόλις κατέγραφε ἕναν λογισμὸ γιὰ νὰ τὸν ὑποβάλει στὴν κρίση τους ἔνιωθε ἀνακούφιση καὶ ὠφέλεια[4].
Τοῦ ἀνατέθηκε ἡ διακονία τοῦ θυρωροῦ τῆς μονῆς καὶ τοῦ ξενοδόχου, ἐπιπλέον δὲ ἐτέθη στὴν ὑπηρεσία τοῦ [ὁσίου] Ἰωάννη τοῦ Προφήτη. Ἔχοντας στὸ ἑξῆς τὴν δυνατότητα νὰ ρωτᾶ κατευθείαν τὸν Γέροντα, ἀπεκόμισε μεγάλη ὠφέλεια ἀπὸ τὶς διδαχές του γιὰ νὰ προκόψει στὴν γνώση τῶν κινημάτων τῆς ψυχῆς. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τοῦ ἀνατέθηκε τὸ δύσκολο καθῆκον νὰ ἐγκαταστήσει καὶ νὰ διαχειρίζεται τὸ νοσοκομεῖο τῆς μονῆς, ποὺ εἶχε κτισθεῖ χάρις στὴν δωρεὰ τοῦ κατὰ σάρκα ἀδελφοῦ του. Θαυμάσια προετοιμασμένος γιὰ τὸ διακόνημα αὐτὸ ἀπὸ τὶς ἰατρικὲς μελέτες του, δόθηκε ὁλόψυχα μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ὥς τὸ βράδυ εἶχε τὴν ἔγνοια ὄχι μόνο τῆς φροντίδας τῶν ἀρρώστων, ἀλλὰ καὶ πλήθους ἄλλων ὑποθέσεων ποὺ τὸν περισποῦσαν ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἡσυχία.
Πολλὲς φορὲς εἶχε τὸν πειρασμὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν μονὴ γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἐρημητικὸ βίο, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸν ἀπέτρεπε, λέγοντάς του ὅτι ἡ μόνωση γινόταν σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀφορμὴ ἀλαζονείας καὶ πτώσης κι αὐτὸ ποὺ ἅρμοζε σὲ ἐκεῖνον ἦταν ἡ «μέση ὁδὸς» τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀγάπης: «διατηρώντας τὴν ταπεινοφροσύνη στὴν ἡσυχία καὶ στὴν νήψη ἐν μέσῳ τῶν περισπασμῶν»[5]. Προσέθεσε δέ: «Τὸ νὰ ἔχει κανεὶς μία ἐντολὴ καὶ νὰ φροντίζει νὰ τὴν τηρεῖ, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα ὑποταγὴ καὶ μνήμη Θεοῦ»[6].
Ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος εἶχε ὑποσχεθεῖ στον Δωρόθεο ὅτι ἂν τηροῦσε τὶς ἐντολές του νὰ ἀποφεύγει τὶς ἡδονές, τὴν παρρησία, τὴν ἀργολογία καὶ διατηροῦσε ἀπέναντι σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη καθὼς καὶ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος θὰ ἀναδεχόταν καὶ θὰ βαστοῦσε τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἐλλείψεις του γιὰ νὰ ἀναριθμηθεῖ μεταξὺ τῶν «πραγματικῶν τέκνων του ποὺ βρίσκονται ὑπὸ θεία προστασία»[7]. Τοῦ ἀνατέθηκε ὁ πνευματικὸς καταρτισμὸς ἑνὸς νέου, τοῦ Δοσιθέου, ὁ ὁποῖος χάρις στὶς συμβουλὲς τοῦ Δωρόθεου ἔφθασε γρήγορα στὴν τελειότητα τῆς ὑπακοῆς πρὶν παραδώσει τὴν ψυχή του στὸν Θεό.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ [ὁσίου] Ἰωάννη τοῦ Προφήτη καὶ τοῦ ἀββᾶ Σερίδου καὶ τὴν τελεία σιωπὴ τοῦ ἁγίου Βαρσανουφίου, ὁ ὅσιος Δωρόθεος ἀναχώρησε γιὰ νὰ ἱδρύσει σὺν Θεῷ τὸ δικό του μοναστῆρι μεταξὺ Γάζας καὶ Μαϊουμά. Διοίκησε ἐκεῖ τοὺς μαθητές του ὑπὸ τὸ πνεῦμα ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ τοὺς ὁσίους Πατέρες Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη, μὲ λεπτότητα, διακρίση καὶ ἀγάπη, ἐπιμένοντας περισσότερο στὴν ἀποκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη παρὰ στὶς μεγάλες σωματικὲς ἀσκήσεις. Ἐκεῖ οἱ μαθητές του συνέλεξαν γραπτῶς τὶς Διδασκαλίες του, στὶς ὁποῖες συνδύασε τὴν νηφαλιότητα τῆς ἔκφρασης μὲ μία τόσο μεγάλη σοφία, ποὺ ἡ πραγματεία αὐτὴ θεωρεῖται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη ἔργα τῆς ὀρθοδόξης μοναχικῆς παράδοσης. Ἀποτελεῖ ἐπίσης τὸ μόνο «λείψανο» τοῦ ὁσίου, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦμε τὴν ἀκριβῆ χρονολογία τελευτῆς καὶ τὸν τόπο ταφῆς.
Ὁ ὅσιος Δωρόθεος προέτρεπε ἀσταμάτητα τοὺς μοναχούς του νὰ παραμένουν ἑνωμένοι μεταξύ τους μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τοὺς ἔδινε τὴν ἑξῆς εἰκόνα: « Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι ἕνας κύκλος πάνω στὴν γῆ, σὰν ἕνα στρογγυλὸ χάραγμα μὲ διαβήτη ποὺ ἔχει ἕνα κέντρο. Κέντρο ὀνομάζεται τὸ μέσον τοῦ κύκλου. Προσέξτε τί ἐννοῶ. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ κύκλος αὐτὸς εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ κύκλου εἶναι ὁ Θεός, οἱ δὲ εὐθεῖες γραμμὲς ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν περιφέρεια τοῦ κύκλου πρὸς τὸ κέντρο εἶναι οἱ ὁδοί, δηλαδὴ οἱ τρόποι ποὺ πολιτεύονται οἱ ἄνθρωποι. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ ἅγιοι προχωροῦν πρὸς τὸ κέντρο θέλοντας νὰ προσεγγίσουν τὸν Θεό, ἀναλόγως τῆς προχώρησής τους πλησιάζουν καὶ τὸν Θεὸ καὶ μεταξύ τους καὶ ὅσο πλησιάζουν τὸν Θεὸ πλησιάζονται μεταξύ τους· καὶ ὅσο πλησιάζονται, πλησιάζουν τὸν Θεό. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐννοῆστε καὶ τὸν χωρισμό. Γιατὶ ὅταν ξεκόβουν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στρέφονται πρὸς τὰ ἔξω, εἶναι φανερὸ ὅτι ὅσο ἐξέρχονται καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ τόσο ἀπομακρύνονται καὶ μεταξύ τους καὶ ὅσο ἀπομακρύνονται μεταξύ τους τόσο ἀπομακρύνονται καὶ ἀπὸ τὸν Θεό»[8].
[1] Διδασκαλία Ι΄105, ἔκδ. Ἱ.Μ.Τιμίου Προδρόμου.
[2] Διδασκαλία Ε΄, 67.
[3] Ὅ.π., Α΄, 25.
[4] Ἑκατὸ περίπου ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς σώζονται μεταξὺ τῶν ἐπιστολῶν τῶν Ἁγ. Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου καὶ ἀποτελοῦν ἕναν θαυμάσιο ὁδηγὸ γιὰ τὸν πνευματικὸ καταρτισμὸ τοῦ μοναχοῦ.
[5] Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης, Ἐπιστολὴ 315, ΕΠΕ, 10Α.
[6] Ἐπιστολὴ 328, ΕΠΕ, 10 Α.
[7] Ἐπιστολὴ 274, ΕΠΕ, 10 Α.
[8] Διδασκαλία ΣΤ΄, 78.
(Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τ. 12, Αὔγουστος, σελ. 123, ἐκδ. Ἴνδικτος,
στὸ Ἱστολόγιο «μικρὸ ὡρολόγιο», 13-08-2026 [μὲ ἀποκαταστημένο ὀρθὰ τὸν πολυτονισμό])