Η αντιμετώπιση ενός αιρετικού (Δ΄)

Αγίου Επισκόπου Θεοφάνους του Εγκλείστου (+1894)

(συνέχεια από το προηγούμενο και τέλος)

Η΄. Είναι απαραίτητη η θ. Χάρις για να είναι η πίστις σωστή και τα έργα άγια. Χωρίς την θ. Χάρι όχι μόνο δεν μπορούμε να πιστεύουμε, αλλά ούτε και να σκεπτώμαστε το καλό. Αλλά κι αν θα μπορούσαμε να σκεφθούμε το καλό, δεν θα μπορούσαμε να το πράξουμε, όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος: «Το γαρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω» (Ρωμ. 7, 18).
Εάν ο Κύριος μόνο μας δίδασκε τι πρέπει να πιστεύουμε και πώς πρέπει να ζούμε, και μας άφηνε μόνο μ’ αυτή την γνώσι, θα μοιάζαμε μ’ εκείνον που φωτίζεται με το φως του ηλίου, βλέπει τον δρόμο που πρέπει να διασχίση, αλλά δεν έχει την δύναμι να βαδίση, διότι είναι παράλυτος και ασθενής. Στην περίπτωσι αυτή θα ήταν καλύτερα τίποτε να μη γνώριζε και τίποτε να μην έβλεπε.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν μας άφησε μόνο στην γνώσι του δρόμου της σωτηρίας, αλλά ευδόκησε να ενεργήση και την κάθοδο του Αγ. Πνεύματος, για να μας βοηθήση να επιτύχουμε την σωτηρία.
Το Άγ. Πνεύμα κατήλθε στους αποστόλους και κατόπιν διά μέσου αυτών σε όλους τους πιστούς. Αυτό διήγειρε την πίστι σ’ όσους ήθελαν να πιστέψουν. Αυτό ενίσχυε στην εκπλήρωσι των εντολών όσους με την βοήθεια της πίστεως έφθαναν στην απόφασι να ζήσουν άγια. Ό,τι συνέβαινε με τους αποστόλους, το ίδιο συνέβαινε και μετέπειτα, το ίδιο συμβαίνει και σήμερα διά μέσου των διαδόχων τους, σύμφωνα με την τάξι που το Άγ. Πνεύμα θέσπισε. Έτσι η θ. Χάρις παραμένει διαρκώς μέσα στην Αγία μας Εκκλησία, μέσα στο πλήθος των πιστών. Όλους τους φωτίζει, όλους τους ενισχύει, όλους τους αγιάζει.
Με την θ. Χάρι σώθηκαν και σώζονται οι πιστοί: «Χάριτι εστέ σεσωσμένοι» (Εφεσ. 2, 8), γράφει ο απόστολος Παύλος. Η θ. Χάρις εγκαταβιώνει στους πιστούς: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α΄ Κορινθ. 3, 16), συνεχίζει με αναμφισβήτητη βεβαιότητα γι’ αυτή την ενοίκησι του Αγ. Πνεύματος. Ο ίδιος ωμολογούσε για τον εαυτό του: «Χάριτι δε Θεού ειμί ό ειμί» (Α’ Κορινθ. 15, 10). Και ο απόστολος Πέτρος μαρτυρεί για τον εαυτό του και για όλους: «Πάντα ημίν της θείας δυνάμεως αυτού τα προς ζωήν και ευσέβειαν δεδωρημένης» (Β’ Πέτρ. 1, 3).
Γι’ αυτό πολύ συχνά στις αποστολικές επιστολές, ιδιαίτερα στην αρχή και στο τέλος, διατυπώνεται η ευχή να παραμένη και ν’ αυξάνη σε κάθε πιστό η θ. Χάρις. Ως προς το ότι είναι απαραίτητη για το έργο της σωτηρίας μας, δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά ως προς τον τρόπο που λαμβάνεται και ενεργεί υπάρχουν διαφωνίες.
Επίτηδες σας θίγω αυτό το θέμα, γιατί έχω την υποψία ότι ο πλανεμένος διδάσκαλός σας ανήκει στην κατηγορία εκείνων που δεν κατανοούν σωστά το έργο της. Υπάρχουν επίσης κακόδοξοι που διακηρύττουν ότι αρκεί να πιστέψη κανείς και αυτόματα η θεία Χάρις θα εγκατασταθή μέσα του.
Μάθετε λοιπόν και πιστέψτε βαθειά ότι η θ. Χάρις δεν παρέχεται και δεν λαμβάνεται διαφορετικά, παρά με τα άγια μυστήρια που τελούνται από τους αποστόλους ή τους διαδόχους τους, όπως θέσπισε στην Εκκλησία ο ίδιος ο Κύριος. Και για να βεβαιωθήτε περισσότερο σ’ αυτό, θα σας αναφέρω μερικά παραδείγματα από την Αγία Γραφή:
1) Ο ίδιος ο Κύριός μας συζητώντας με τον Νικόδημο είπε: «Δει υμάς γεννηθήναι άνωθεν» (Ιωάν. 3, 7), εννοώντας την διά της θ. Χάριτος πνευματική αναγέννησι. Και με τι μέσον θα ερχόταν και θα ενεργούσε; Μήπως είπε: «Πίστεψε, άνοιξε το στόμα και η θ. Χάρις θα εισχωρήοη μέσα σου και θα σε αναγεννήση»; Ασφαλώς όχι. Δεν είπε κάτι τέτοιο. Τι είπε; «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Ιωάν. 3, 5-7). Αυτή η γέννηοις «δι’ ύδατος και Πνεύματος» τι άλλο είναι παρά το άγ. βάπτισμα, το πρώτο χριοτιανικό μυστήριο;
Η αναγέννηοις κάνει την φύσι μας ικανή να δέχεται και να συγκρατή την θ. Χάρι. Η προσφορά της όμως γίνεται με τα μυστήρια και πιο συγκεκριμένα με την «επίθεσιν των χειρών», δηλαδή την τοποθέτησι των χειρών των αποστόλων ή των διαδόχων τους πάνω στους πιστούς.
2) Ένα περιστατικό που συνέβη στην Έφεσο κατά την περίοδο μιας περιοδείας του Αποστόλου Παύλου θ’ αποδείξη αυτή την αλήθεια. Φθάνοντας στην Έφεσο ο απόστολος συνάντησε δώδεκα πιστούς και τους ρώτησε:
–    Όταν πιστέψατε, λάβατε το Πνεύμα το Άγιο; Κι εκείνοι απάντηοαν:
–    Δεν ακούσαμε τίποτα για το Πνεύμα το Άγιο.
–    Πώς τότε βαπτισθήκατε; ρώτησε ο απόστολος.
–    Στο βάπτισμα του Ιωάννου, απάντησαν.
Τότε ο απόστολος τους εξήγηοε ότι το βάπτισμα του Ιωάννου του Προδρόμου ήταν μόνο προετοιμασία για την πίστι στον Χριστό. Και αφού τους ωλοκλήρωσε την ευαγγελική διδασκαλία, τους βάπτισε με το χριστιανικό βάπτισμα. Μετά την βάπτισι τοποθέτησε πάνω τους τα χέρια του και έλαβαν το Άγ. Πνεύμα.
Βλέπετε ότι άλλο είναι το βάπτισμα και άλλο η «επίθεσις των χειρών». Με την «επίθεσι των χειρών» μόνο, δίνεται η θ. Χάρις. Αυτή την αισθητή ενέργεια την αντικατέστησαν αργότερα οι απόστολοι με το χρίσμα και έτσι καθιερώθηκε το χρίσμα σαν μυστήριο της Εκκλησίας μας.
Τα δύο αυτά περιστατικά, του Αγίου Νικοδήμου και των πιστών της Εφέσου, είναι αρκετά για να βεβαιωθήτε ότι η θ. Χάρις μεταδίδεται με αισθητή οδό, διά μέσου των αγίων μυστηρίων και όχι με την νοερή μόνον οδό της θεωρητικής απλώς πίστεως.
Έτσι θέσπισε ο ίδιος ο Χριστός. Θ’ απαριθμήσω εδώ και τα άλλα μυστήρια:
Η συγχώρησις των αμαρτιών, στις οποίες πέφτει κανείς μετά το βάπτισμα, δεν επιτελείται με μια απλή νοερή εξομολόγησι στον Θεό, αλλά με εξομολόγησι που γίνεται ενώπιον πνευματικού πατρός, με βαθειά συντριβή και απόφασι να μην επαναληφθούν οι ίδιες αμαρτίες.
Το μυστήριο της θ. Κοινωνίας δημιουργεί μια ζωντανή ενότητα του πιστού με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Η δύναμις της θ. Χάριτος για την συνέχισι του εξαγιαστικού έργου της Εκκλησίας παρέχεται με το μυστήριο της χειροτονίας.
Δύο πρόσωπα ενώνονται σε ένα και δημιουργούν ευλογημένη χριστιανική οικογένεια με το μυστήριο του γάμου.
Οι ασθενείς θεραπεύονται με το μυστήριο του ευχελαίου.
Τα μυστήρια είναι ρυάκια της θ. Χάριτος που αρδεύουν ζωογόνα τους πιστούς. Δέν υπάρχει άλλη οδός, άλλο μέσο για να λάβη κανείς την θ. Χάρι. Και οποίος διακηρύττει άλλο δρόμο, είναι κακόδοξος και πλανεμένος.

Θ΄. Τα τρία σημεία που μέχρι τώρα εκθέσαμε σαν αναγκαία για το έργο της σωτηρίας, δηλαδή η πίστις, η ζωή η σύμφωνη με τις θείες εντολές και η θ. Χάρις που προσφέρεται με τα άγια μυστήρια, απαιτούν και ένα τέταρτο: Το ιερατείο, που θέσπισε ο Κύριος.
Πρέπει να πιστέψουν οι άνθρωποι. «Πώς δε πιστεύουσιν ού ουκ ήκουσαν; πώς δε ακούσουσι χωρίς κηρύσσοντος; πώς δε κηρύξουσιν εάν μη αποσταλώσι;» (Ρωμ. 10, 14-15). Είναι απαραίτητο να λάβουμε με τα μυστήρια την θ. Χάρι. Αλλά πώς θα γίνη αυτό χωρίς τους «υπηρέτας Χριστού και οικονόμους μυστηρίων Θεού»; (Α’ Κορινθ. 4, 1). Είναι αναγκαίο να ζούμε σύμφωνα με τις θείες εντολές, αλλά αυτό είναι αδύνατον να γίνη χωρίς την χειραγώγησι από τα κατάλληλα όργανα του Θεού που θα μας συμβουλεύουν, θα μας εφιστούν την προσοχή, θα μας διορθώνουν τα λάθη, θ’ ανορθώνουν όσους πέφτουν, θα επαναφέρουν στον ίσιο δρόμο όσους λοξοδρομούν…
Για την οικοδομή της σωτηρίας είναι λοιπόν απαραίτητα τα πρόσωπα, που θα ενεργούν σύμφωνα με το θείο θέλημα, που θα διδάσκουν την πίστι, θ’ αγιάζουν με την θ. Χάρι διά μέσου των μυστηρίων και θα χειραγωγούν στον δρόμο της σωτηρίας. Είναι απαραίτητοι οι ποιμένες, οι χαρισματούχοι και θεόκλητοι.
Αυτούς ακριβώς αποστέλλει ο Κύριος. Και ιδού η αποστολική διαβεβαίωσις: «Έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4, 11-13).
Αλλά και η ίδια η πράξις αυτό αποδεικνύει. Ο Κύριος εξαπέστειλε τους αποστόλους λέγοντάς τους: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγ. Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28, 19-20).
Και οι απόστολοι υπάκουσαν σ’ αυτό. Αλλά επειδή δεν ήσαν αιώνιοι, το δε έργο τους έπρεπε να συνεχισθή σε όλους τους αιώνες, άφηναν παντού κατ’ εντολήν του Θεού διαδόχους τους ποιμένες και διδασκάλους, που θα ιερουργούσαν τα άγια μυστήρια και θα υπηρετούσαν στο έργο της σωτηρίας.
Έτσι διαβάζουμε στις Πράξεις των αποστόλων: Οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας κήρυξαν την πίστι στα Λύστρα, στην Δέρβη, στο Ικόνιο, στην Αντιόχεια, στην Πισιδία. Ήλθε πλέον καιρός να επσιτρέψουν εκεί, από όπου ξεκίνησαν, στην Αντιόχεια της Συρίας. Τι λοιπόν; Εγκατέλειψαν τους νεοφωτίστους στην τύχη, να ζουν μόνο με την πίστι; Όχι. Ξαναπέρασαν απ’ όλες τις πόλεις και θέσπισαν πώς να ζουν χριστιανικά. Και για την παρακολούθησι και την εκπλήρωσι των θρησκευτικών υποχρεώσεων των πιστών, χειροτόνησαν και τοποθέτησαν πρεσβυτέρους (Πράξ. 14, 22-23).
Το ίδιο έκανε ο απόστολος Παύλος και στην Έφεσο και σε όλες τις πόλεις της Ασίας. Παντού χειροτόνησε και τοποθέτησε ποιμένες και διδασκάλους. Αργότερα δε κάλεσε όλους τους ποιμένες της Εφέσου στην Μίλητο, μην έχοντας χρόνο να τους επισκεφθή ο ίδιος, και τους αποχαιρέτισε συμβουλεύοντάς τους για την διαποίμανσι του ποιμνίου τους: «Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ώ υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού, ην περιεποιήσατο διά του ιδίου αίματος» (Πράξ. 20, 28).
Αλλά και αργότερα, επιστρέφοντας από την Ρώμη, μετά την απελευθέρωσι από τα πρώτα δεσμά, έφθασε στην Κρήτη και διέδωσε την πίστι στον Χριστό. Επειδή όμως δεν είχε τον χρόνο να τοποθετήση ο ίδιος ποιμένες, άφησε τον απόστολο Τίτο «ίνα τα λείποντα επιδιορθώση και καταστήση κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (Τίτον 1, 5).
Ασφαλώς παντού το ίδιο έκανε. Και όπως χειροτονούσε ποιμένες ο ίδιος, έτσι χειροτονούσαν και οι άλλοι απόστολοι. Διότι δεν ενεργούσαν μόνοι τους, αλλά κατ’ εντολήν του Κυρίου. Καμιά χριστιανική κοινότητα δεν εγκαταλείφθηκε χωρίς χειροτονημένους ιερείς.
Το ίδιο ακριβώς γίνεται και σήμερα. Και οι πιστοί έχουν λάβει την εντολή: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε· αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών» (Εβρ. 13, 17). Ενώ για τους ιερείς ισχύει ό,τι είπε ο Κύριος στους αποστόλους: «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών, αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. 10, 16).

Ι΄. Σας ανέφερα τα τέσσαρα απαραίτητα για την σωτηρία μας στοιχεία. Αλλά υπάρχει ακόμη ένα: Ν’ ανήκουμε στο σώμα της Εκκλησίας ζωντανά ενωμένοι με όλο το πλήθος των πιστών.
Ο Κύριος ωνόμασε την Εκκλησία Του «άμπελον», κληματαριά. Αυτός είναι ο κορμός και οι πιστοί τα κλαδιά της. Η συνάθροισις όλων των πιστών αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο, ζωντανά ενωμένο με τον Κύριο. Όπως ένα κλαδί που κόβεται, ξεραίνεται και παύει να ζη, έτσι και κάθε πιστός που με οποιοδήποτε τρόπο αποκόπτεται από την Εκκλησία και συνεπώς και από τον Κύριο, νεκρώνεται πνευματικά (Ιωάν. 15, 1-6).
Ο απόστολος Παύλος αναφέρει το ίδιο πιο καταληπτά ονομάζοντας την Εκκλησία, σώμα Χριστού. Ο Χριστός είναι κεφαλή και οι πιστοί το υπόλοιπο σώμα. Και όπως στο σώμα κάθε μέλος ζη εφ’ όσον είναι ενωμένο με τα υπόλοιπα μέλη, ενώ εάν αποκοπή, πεθαίνει και σαπίζει, έτσι, και κάθε πιστός δεν ζη μόνος του, αλλά συμμετέχοντας στην κοινή ζωή όλων των μελών, όλων των πιστών της Εκκλησίας και εάν αποκοπή, νεκρώνεται πνευματικά και χάνεται (Α’ Κορινθ. 12, 12-27).
Γι’ αυτό σε όλους τους αιώνες μέχρι σήμερα, πάντοτε οι πραγματικά πιστοί χριστιανοί ένοιωθαν ότι ζουν, όταν ήσαν ενωμένοι με τους άλλους πιστούς, ενωμένοι με την Εκκλησία. θεωρούμε την Εκκλησία σαν μητέρα μας. Και αληθεύει ο λόγος ότι για όποιον η Εκκλησία δεν είναι μητέρα, γι’ αυτόν δεν είναι και ο Θεός πατέρας. Και εάν δεν είναι γι’ αυτόν ο Θεός πατέρας, τότε ποιος είναι;
Ο Κύριος θεμελίωσε διά των αποστόλων την Εκκλησία και της εμπιστεύθηκε όλα τα σωστικά μέσα για φύλαξι και επέκτασι πάνω στην γη.
Αυτή διαφυλάττει όλα τα μυστικά της πίστεως και όλη την αλήθεια. Μέσα της βρίσκεται η θ. Χάρις, τα άγια μυστήρια, το ιερατείο που χειραγωγεί στον δρόμο της σωτηρίας. Σ’ αυτήν επαναπαύεται η ευδοκία του Θεού, που ακούει την προσευχή τόσον την δική της, όσον και των τέκνων της.
Η συμμετοχή στην ζωή της Εκκλησίας και η εντός των κόλπων της κατεργασία της σωτηρίας, επιβάλλει στον κάθε πιστό τις εξής υποχρεώσεις:
1) Να πιστεύη, όπως πιστεύει ολόκληρη η Εκκλησία από την αρχή της μέχρι σήμερα. Να ελέγχη κάθε σκέψι, είτε δική του είτε ξένη, σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια και σε καμιά περίπτωσι να μην επιτρέπη στον εαυτό του την παραμικρή διαφωνία με την διδασκαλία της Εκκλησίας, αφού αυτή είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄ Τιμόθ. 3, 15). Όποιος δεν τηρεί αυτά, είναι σαν «τον εθνικό και τον τελώνη», σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου (Ματθ. 18, 17).
2) Σε τίποτε δεν πρέπει να ξεχωρίζη από τους άλλους στην τάξι της εκκλησιαστικής ζωής. Να νηστεύη, όταν όλοι νηστεύουν. Να προετοιμάζεται για την θ. Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, όπως είναι καθωρισμένο μέσα στην Εκκλησία. Να συμμετέχη σε όλες τις λατρευτικές και εξαγιαστικές εκδηλώσεις της Εκκλησίας, σύμφωνα με την εντολή του αποστόλου Παύλου να μην εγκαταλείπη κανείς την «επισυναγωγή» (Εβρ. 10, 25).
3) Να έχη βαθειά πεποίθησι ότι τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται στον ουρανό, έχουν ζωντανή και άμεση επικοινωνία με τα μέλη που βρίσκονται στην γη. Οι προσευχές των μεν για τους δε εισακούονται και εκπληρώνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Εμείς εδώ στην γη είμαστε οικείοι με τους αγγέλους και με όλους τους αγίους κάθε εποχής, διότι έχουμε προσέλθει «πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων, πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Εβρ. 12, 22-23).

Ας ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν εδώ όλα τα απαραίτητα για την επίτευξι της σωτηρίας και ας τονίσουμε: Θέλετε να σωθήτε; Να πιστεύετε σε όλη την αλήθεια, όπως την αποκάλυψε ο Θεός. Να δέχεσθε την ενίσχυση της θ. Χάριτος που προσφέρεται με τα μυστήρια. Να εφαρμόζετε πάντοτε στην ζωή σας τις εντολές του Θεού κάτω από την καθοδήγησι των θεοπροβλήτων ποιμένων της Εκκλησίας. Και όλα αυτά μέσα στο πνεύμα της Εκκλησίας, μέσα στους νόμους της και στις διατάξεις της, ενωμένος ζωντανά και άρρηκτα μαζί της. Έτσι θα σωθήτε.
Στην περιγραφή αυτή της οδού της σωτηρίας μπορούμε με πεποίθησι να προσθέσουμε την επόμενη νουθεσία του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει· ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει· εί τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνεται αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε· ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς» (Β΄ Ιωάν. 9-11).

(ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΤΕΥΧΗ 31-34, ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 2000)

Κύλιση στην κορυφή