Λόγοι Παρηγοριᾶς

Ὁσίου Γέροντος Ἱερωνύμου τῆς Αἰγίνης (+1966)

Γράφει εὐλαβὴς πνευματικὴ θυγατέρα του (Σωτηρία Νούση):
Καὶ νέα ἐπίσκεψίς μου τὸν μῆνα Μάρτιο (τοῦ 1965). Βροχὴ οἱ ἐρωτήσεις (τοῦ Γέροντος)·
Καλῶς ἦλθες! Τί κάνεις; Ἡ ζωή σου εἶναι πρὸς σωτηρίαν ἢ ἀπώλειαν; Τὰ ἔργα σου νὰ φροντίζης νὰ εἶναι πρὸς σωτηρίαν. Πρόσεχε. Ὁ διάβολος εἶναι ἀκούραστος καὶ μεγάλος τεχνίτης, κι ἐμεῖς ἀδύνατοι καὶ ἄπειροι. Θὰ σὲ βρεῖ πόλεμος. Θά ‘χεις πειρασμούς.
Πρὶν δὲν εἶχες γνῶσιν περὶ τῶν πνευματικῶν, ἄφηνες ἐλεύθερον τὸν λογισμόν σου καὶ γύριζε ὅπου ἤθελε. Τώρα τοῦ βάζεις θύραν καὶ προσπαθεῖς νὰ τὸν κλείνης καὶ σκέπτεσαι καὶ διαφορετικά. Γι’ αὐτὸ νὰ ξεύρης, θὰ σὲ βρεῖ πόλεμος, θὰ σὲ πολεμήσει μὲ πολλοὺς τρόπους ὁ διάβολος.
Σοῦ λέει: «Τί πᾶς νὰ μοῦ κάνης, ἐσύ;».
Πάντως, οὔτε καὶ νὰ τὸν φοβᾶσαι, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ εἶσαι ἀμέριμνη καὶ ἥσυχη. Προσοχὴ μεγάλη στὴν προσευχήν. Μὴ κόβεις τὴν προσευχήν. Καθημερινή σου τροφὴ τὰ δάκρυα νὰ εἶναι. Ὅσο μπορεῖς νὰ κλείνεσαι. Νὰ κόψης τα πέρα δῶθε.
Ἀγάπησε τὴν σιωπήν. Σὺ ὅλο οὐδέτερη νὰ εἶσαι, λίγο νὰ ὁμιλῆς.
Κάποιος μὲ ρώτησε: «Κάθε πότε νὰ κοινωνῶ;». Τοῦ ἀπήντησα: Γιατί δὲν μὲ ρωτᾶς καὶ «κάθε πότε νὰ τρώγω;». Ὅποτε πεινᾶς τρῶς. Ἔτσι καὶ μὲ τὴν θείαν Κοινωνίαν. Ὅποτε ζητᾶ ἡ ψυχή σου καὶ θέλεις νὰ κοινωνῆς, ἀρκεῖ νὰ ἔχης ἄδειαν ἀπὸ τὸν πνευματικόν σου. Τὸ μυστήριον (τῆς Θείας Εὐχαριστίας), ἂν ἐσὺ προσέχεις καὶ ἀγωνίζεσαι, θὰ σὲ εἰδοποιεῖ καὶ θὰ τὸ ζητᾶς. Πάντως, τακτικὴ θεία Κοινωνία.
Νύχτα μέρα παρακαλῶ, πιστὴ νὰ μείνης μέχρι θανάτου. Ἡ Παναγία μας νὰ σὲ σκεπάζη. Μὲ ἐπιμονὴ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ στέκη δίπλα σου.
Τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου τοὺς Λόγους, μετὰ τὶς δέκα φορὲς ποὺ θὰ τοὺς διάβασεις, θὰ τοὺς καταλάβεις, δηλαδὴ θὰ καταλάβεις τὴν ἀξίαν του καὶ θὰ τοὺς ἀγαπήσεις περισσότερον. Μὴν τὰ διαβάζεις γιὰ νὰ τελείωσης σύντομα, ἀλλὰ ἀργὰ καὶ μὲ προσοχήν, καὶ νὰ βλέπεις, ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἐκεῖ μέσα, τί κάνεις ἐσὺ καὶ τί δὲν κάνεις. Ἐκεῖ θὰ βρίσκεις ὠφέλειαν, ἐκεῖ νὰ τρέχης.
Καὶ κοιμήσου ὅσο θέλεις, καὶ τρῶγε ὅσο θέλεις, ἀλλὰ πάντα νὰ τὸ θυμᾶσαι, τὴν προσευχὴν μὴν ἀφήσεις. Πάντα ὁ νοῦς σου ἐκεῖ νὰ εἶναι. Τίποτα δὲν θὰ σὲ βλάψει, ἂν ἔχεις τὸν νοῦν σου εἰς τὴν προσευχήν, εἰς τὸν Θεόν. Προσευχή!
Μερικοί, ὅταν περάσει λίγη ὥρα καὶ δὲν προσευχηθοῦν, δὲν ἀντέχουν καὶ ὑποφέρουν. Ὡς μαρτύριον θεωροῦν τὶς στιγμὲς ποὺ θέλουν νὰ προσευχηθοῦν καὶ δὲν μποροῦν.
Τώρα ἴσως δὲν τὰ καταλαβαίνεις αὐτὰ ποὺ σοῦ λέγω, ἀργότερα ἴσως. Ἂν στὸ μαγκάλι δὲν προσθέσουμε κάρβουνα, ἡ φωτιὰ θὰ σβήσει. Προσοχὴ νὰ μὴ σβήσει ἡ φωτιά. Καὶ δὲν θὰ σβήσει, ἂν δὲν κόψεις τὴν προσευχήν.
Ν’ ἀγαπήσης τὸν Χριστόν μας, ὅπως Τὸν ἀγάπησαν οἱ Ἅγιοι, οἱ Μάρτυρες καὶ ἀκόμη πιὸ πολύ, ὅπως ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. «Ποῦ ἔβαλαν τὸν Κύριόν μου;». Εἶπε μὲ πόνον. Κλαίγω ὅταν τὸ διαβάζω αὐτό, γιατί καταλαβαίνω πῶς θὰ τὸ εἶπε.
Ἀλλὰ ἄκουσε μετὰ τὴν γλυκεῖαν φωνήν: «Μαρία!»…

(Ἁγία Ζώνη, Ψηφιακὴ Βιβλιοθήκη, 22/03/2026)

Κύλιση στην κορυφή