(Μνήμη: 20 Φεβρουαρίου)

α΄. Έλεγε ο Αββάς Δουλάς, ο μαθητής του Αββά Βησσαρίωνος: «Κάποτε, καθώς βαδίζαμε στην ακρογιαλιά, δίψασα. Και είπα στον Αββά Βησσαρίωνα: Διψώ πολύ. Και κάνοντας προσευχή, ο γέρων μου λεγει: Πιές από τη θάλασσα. Και γλυκάθηκε το νερό και ήπια. Εγώ όμως έβαλα νερό και στο λαγήνι, μήπως ξαναδιψάσω παρά κάτω. Βλέποντάς το ο γέρων, μου λέγει: Γιατί κράτησες νερό; Του απαντώ: Με συμπαθάς, αλλά για να έχω μήπως διψάσω παρά κάτω. Και ο γέρων είπε: Ο Θεός εδώ και παντού ο Θεός».
β΄. « Άλλοτε, επειδή του χρειάστηκε, έκαμε προσευχή και διάβηκε τον ποταμό Νείλο με τα πόδια και βγήκε αντίπερα. Εγώ δε, θαυμάζοντας, του έβαλα μετάνοια και του είπα: Πώς αισθανόσουν τα πόδια σου καθώς περπατούσες στο νερό; Και είπε ο γέρων: έως τους αστραγάλους αισθανόμουν το νερό. Και το υπόλοιπο ήταν στερεό».
γ΄. «Άλλοτε πάλι, καθώς πηγαίναμε σ’ ένα γέροντα, έφτασε το ηλιοβασίλεμα. Και προσευχήθηκε ο γέρων και είπε: Σου δέομαι, Κύριε, ας σταθή ο ήλιος έως ότου φθάσω στον δούλο σου. Και έγινε έτσι».
δ΄. «Άλλη φορά πάλι, πήγα στο κελλί του και τον βρήκα να στέκεται σε προσευχή και να έχη τα χέρια απλωμένα στον ουρανό. Εξακολούθησε δε να το κάνη αυτό επί δεκατέσσερις μέρες. Και κατόπιν, με φωνάζει και μου λέγει: Ακολούθησέ με. Βγήκαμε λοιπόν και βαδίσαμε στην έρημο. Και νοιώθοντας στεγνό το στόμα μου, είπα: Αββά, διψώ. Παίρνοντας λοιπόν τον μανδύα μου ο γέρων, απομακρύνθηκε σε απόσταση ώσπου φθάνει η πέτρα άμα τη ρίξης. Και αφού προσευχήθηκε, μου τον έφερε γεμάτο με νερό. Βαδίζοντας δε, φθάσαμε σ’ ένα σπήλαιο. Μπήκαμε και βρήκαμε κάποιον αδελφό, οπού καθόταν και έπλεκε φοινικόφυλλα, χωρίς να σηκώση τα μάτια του σ’ εμάς, μήτε να μας χαιρετήση και μήτε ήθελε να ανταλλάξη μαζί μας τον παραμικρό λόγο. Και μου λέγει ο γέρων: Ας φύγουμε από εδώ. Φαίνεται ότι ο γέρων κρίνει οτι δεν πρέπει να μιλήση μαζί μας. Και βαδίσαμε στη Λυκώ, έως ότου φθάσαμε στον Αββά Ιωάννη. Και αφού χαιρετηθήκαμε μαζί του, κάμαμε προσευχή. Ύστερα κάθισαν να μιλήσουν για τη μυστική θεωρία, οπού είδε, ο δε Αββάς Βησσαρίων είπε οτι βγήκε απόφαση να γκρεμισθούν τα ιερά. Και έγινε έτσι και γκρεμίσθηκαν. Ενώ δε γυρίζαμε, φθάσαμε πάλι στο σπήλαιο, οπού είδαμε τον αδελφό. Και μου λέγει ο γέρων: Ας μπούμε σ’ αυτόν, μήπως ο Θεός τον φώτισε να μας μιλήση. Και μπαίνοντας, τον βρήκαμε να έχη τελειώσει τον επίγειο βίο του. Και μου λέγει ο γέρων: Έλα, αδελφέ, να τον σαβανώσουμε για ταφή. Γιατί γι’ αυτό μας έστειλε ο Θεός εδώ. Ενώ δε τον σαβανώναμε για να τον θάψουμε, διαπιστώσαμε ότι ήταν γυναίκα στο γένος. Και θαύμασε ο γέρων και είπε: Κοίτα πώς και γυναίκες καταπολεμούν τον σατανά και εμείς στις μοναστικές πολιτείες χάνουμε τον καιρό μας. Και αφού δοξάσαμε τον Θεό, οπού υπερασπίζεται όσους τον αγαπούν, φύγαμε από εκεί».
ε΄. Ήλθε κάποτε στη Σκήτη ένας δαιμονιζόμενος και έγινε προσευχή γι’ αυτόν στην εκκλησία, αλλά ο δαίμων δεν έβγαινε από μέσα του, γιατί ήταν σκληρός. Και λένε οι κληρικοί: « Τί να κάμουμε τώρα μ’ αυτόν τον δαίμονα; Κανείς δεν μπορεί να τον βγάλη, παρά μονάχα ο Αββάς Βησσαρίων. Αλλά και αν τον παρακαλέσουμε γι’ αυτό, δεν εννοεί να έλθη στην εκκλησία. Αυτό λοιπόν θα κάμουμε: Έρχεται, όπως ξέρουμε, πρωί στην εκκλησία, πριν από όλους. Θα βάλουμε λοιπόν τον άρρωστο να πλαγιάση στον τόπο του. Και όταν θα μπαίνη, θα σταθούμε για προσευχή και θα του πούμε: Ξύπνα και τον αδελφό, Αββά». Έτσι και έκαμαν. Και σαν ήλθε ο γέρων το πρωί, στάθηκαν για προσευχή και του λένε: « Ξύπνα και τον αδελφό ». Και του είπε ο γέρων: « Σήκω, έβγα έξω». Και ευθύς βγήκε απ’ αυτόν ο δαίμων και έγιανε ο άνθρωπος από εκείνη την ώρα.
ζ΄. Ένας αδελφός αμάρτησε και τον απεμάκρυνε ο πρεσβύτερος από την εκκλησία. Σηκώνεται λοιπόν και ο Αββάς Βησσαρίων και βγήκε μαζί του, λέγοντας: «Αμαρτωλός είμαι κι εγώ».
ια΄. Ο Αββάς Βησσαρίων, ενώ επρόκειτο να παραδώση το πνεύμα, έλεγε ότι ο μοναχός οφείλει να είναι σαν τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, όλος μάτια.
ιβ΄. Διηγήθηκαν οι μαθητές του Αββά Βησσαρίωνος, ότι ο βίος του έτσι ξετυλίχτηκε, σαν να ήταν ένα από τα πουλιά οπού διασχίζουν τον αέρα ή ψάρι της θάλασσας ή ζώο της στεριάς, γιατί ατάραχα και αμέριμνα πέρασε όλο τον χρόνο της ζωής του. Δεν βασάνιζε το μυαλό του για κατοικία. Δεν φάνηκε να κυριαρχήση στην ψυχή του επιθυμία ωρισμένου τόπου, ούτε το να φάη χορταστικά, ούτε το να αποχτήση σπίτια, ούτε βιβλία να κουβαλά. Αλλά ολόκληρος αποδείχθηκε ελεύθερος από τα πάθη του σώματος ολότελα, τρεφόμενος με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Και, στερεωμένος πάνω στον βράχο της πίστεως, εγκαρτερούσε σαν αιχμάλωτος εδώ και εκεί, μένοντας μέσα στο κρύο και στη γύμνια και να τον καίη ο φλογερός ήλιος, χωρίς να έχη ποτέ στέγη από πάνω του. Πλανιόταν και ταλαιπωρούσε τον εαυτό του σε έρημους γκρεμνούς και πήγαινε συχνά από εδώ και από εκεί, με ευχάριστη διάθεση, πάνω στην απέραντη άμμο, χωρίς κατάλυμα, σαν ναυάγιο στο πέλαγος.
Και αν συνέβαινε να έλθη σε ήμερους τόπους, οπού ζουν κοινοβιάτες μοναχοί, καθόταν έξω από τις θύρες και έκλαιγε και σαν θαλασσοδαρμένος ωδυρόταν. Ύστερα, βγαίνοντας κάποιος από τους αδελφούς, τον εύρισκε, όμοιο με τους ζητιάνους να κάθεται οπού γυροφέρνουν στον κόσμο. Και πήγαινε κοντά του και με συμπόνια του έλεγε: «Τί κλαίς, καλέ μου άνθρωπε; Αν χρειάζεσαι κάτι από τα αναγκαία, θα σου το προσφέρουμε, κατά δύναμη, μόνο έμπα μέσα και κάθισε στο τραπέζι μας και θα βρης παρηγοριά». Και εκείνος τότε αποκρινόταν ότι δεν μπορούσε να μείνη κάτω από σκεπή, πριν βρη το δικό του σπίτι. Και έλεγε ότι είχε χάσει μεγάλη περιουσία, με διαφόρους τρόπους, επειδή είχε πέσει στα χέρια πειρατών και ναυαγήσει και είχε στερηθή τους τίτλους της ευγενείας του και καταντήσει άδοξος από δοξασμένος οπού ήταν. Και ο άλλος, εντυπωσιασμένος από τα λόγια εκείνα, έμπαινε μέσα, έπαιρνε ένα κομμάτι ψωμί και του το έδινε, λέγοντας: «Πάρε το αυτό, πάτερ. Τα δε άλλα ο Θεός, καθώς λες, θα σου τα χαρίση, την πατρίδα και τη δόξα της τάξεώς σου και τον πλούτο οπού είπες». Αλλά εκείνος, ακόμη πιο πολύ πενθώντας, στέναζε βαθειά και πρόσθετε: «Δεν μπορώ να πω οτι θα μπορούσα να ξανάβρω εκείνα οπού έχασα και οπού τα αποζητώ. Αλλά πιο πολύ θα χαρώ, κινδυνεύοντας πάντα, κάθε μέρα, έως θανάτου και μη βρίσκοντας ανακούφιση στα αμέτρητα δεινά μου. Γιατί πρέπει ολοένα να γυροφέρνω και έτσι να τελειώσω τον δρόμο της ζωής μου».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996, Ιστολόγιο: Iconandlight, 19-02-2021)