
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Καλή ἡ νηστεία, καλὴ ἐπίσης καὶ ἡ μελέτη τῶν Γραφῶν· μὲ τὸν ὅρο ὅμως νὰ θέτεις σ ̓ ἐφαρμογὴ ἐκεῖνα πού διαβάζεις. Διότι, ὅταν μελετᾶς τὴ Γραφὴ καὶ δὲν κάνεις ἐκεῖνα ποὺ διαβάζεις, παίρνεις κρίμα, κι ἐφόδιό σου γίνεται τὸ διάβασμα γιὰ τὴν κόλαση. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου, λέγει ὁ Παῦλος, δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ ̓ οἱ ποιηταί τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει· Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον, νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περί τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ μιλάει σὲ αὐτιά ἀκουόντων, ὅταν μάλιστα αὐτοὶ καταβάλλουν τὸν τόκο· καὶ τόκος εἶναι ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καθὼς λέγει ὁ Κύριος· Κἀγὼ ἐλθών ἀπήτησα ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ.
Τί λοιπὸν συγκόμισες, ἀδελφέ μου, ἀπὸ τὴ νηστεία; Διότι καὶ ὁ γεωργός γι ̓ αὐτὸ σπέρνει, γιὰ νὰ θερίσει, κι οἱ πραγματευτάδες γι ̓ αὐτὸ γυρίζουν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, γιὰ νὰ συνάζουν χρήματα, κι ὁ πλοίαρχος γι’ αὐτὸ σχίζει τὰ πέλαγα, γιὰ νὰ γεμίσει τὸ ἀμπάρι. Μὴ μοῦ πεῖς ὅτι· τόσες μέρες νήστεψα, τὸ καὶ τὸ δὲν ἔφαγα, κρασὶ δὲν ἤπια, στὰ λουτρά δὲν πῆγα. Ἀλλά δεῖξε μου ἄν, ἐνῶ ἤσουν ὀξύθυμος, ἔγινες πρᾶος, κι ἂν ἔγινες φιλάνθρωπος ἐνῶ ἤσουν πετρόκαρδος. Ἄν μεθᾶς μὲ τὴν ὀργή, τί βασανίζεις τὸ στομάχι σου; Ἄν φωλιάζει μέσα σου ὁ φθόνος κι ἡ πλεονεξία, τί ὠφέλεια ἔχεις ποὺ πίνεις μονάχα νερό; Δὲν σ ̓ ἐρωτῶ λοιπὸν τί λογῆς τραπέζι στρώνεις, ἀλλ ̓ ἂν ἄλλαξες ψυχή. Ἄν ἡ δέσποινα ἡ ψυχή, λέω πορνεύει, τί μαστιγώνεις τὴν ὑπηρέτρια, ποὺ εἶναι ἡ κοιλιά; Ἄν ἡ ψυχὴ γλιστρᾶ στὸ κακό, τί παιδεύεις τὸ σῶμα;
Αὐτὰ τὰ λέω ὄχι ἀπὸ διάθεσι νὰ σᾶς ψέξω, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ραθύμους. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν σᾶς βλέπω νὰ πετᾶτε, θέλω νὰ πετᾶτε ἀκόμα πιό πάνω· τέτοια εἶναι ἡ ἀκοίμητη φροντίδα τῆς ἀγάπης. Καὶ καθὼς οἱ φιλάργυροι, ὅσο χρυσάφι κι ἂν μαζέψουν, διψᾶνε κι ἄλλο ἀκόμη, ἔτσι κι ἐγὼ ὁλοένα ἔχω περισσότερη δίψα γιὰ τὴν προκοπή σας.
Ἄν λοιπὸν θέλεις νὰ γίνης εὐάρεστος στὸν Θεό, νήστεψε σάν τοὺς Νινευΐτες, ἀδελφέ μου· ἐκεῖνοι δὲν εἶχαν λάβει νόμο· γι’ αὐτοὺς λέει ὁ ἀπόστολος· ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῶσιν, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες, ἑαυτοῖς εἰσι νόμος. Μὴ λοιπὸν κάνεις τὴ νηστεία σου στεῖρα· δὲν σ’ ανεβάζει μόνη της στὸν οὐρανὸ ἡ νηστεία, ἂν δὲν εἶναι συντροφευμένη ἀπὸ τὴν ἀδελφή της τὴν ἐλεημοσύνη. Εἶναι οἱ δυό τους ζευγάρι αξεχώριστο, ἀδελφικό, καὶ ὄχι μόνο ζευγάρι ἀλλὰ καὶ ὄχημα. Ἀπὸ ποῦ βλέπουμε αὐτὴ τὴν τελευταία ἀλήθεια; Ὁ ἄγγελος εἶπε στὸν Κορνήλιο· αἱ προσευχαί σου καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου ἀνέβησαν εἰς μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Φτερὰ τῆς προσευχῆς εἶναι οἱ ἐλεήμονες πράξεις· χωρὶς αὐτὰ τὰ φτερά, ἡ προσευχὴ δὲν πετᾶ, δὲν ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.
Ὡς πότε ἡ φιλαργυρία κι ἡ ἐπιθυμία ἀποκτημάτων; Ὅλα αὐτά, ἀδελφέ μου, εἶναι ἐφήμερα ὅπως κι ὁ ἐπίγειος βίος. Θὰ μοῦ πεῖς ἴσως· πές τα στὸν ἑαυτό σου. Καὶ στὸν ἑαυτό μου τὰ λέω, ἀδελφοί μου, καὶ σὲ σᾶς· κοινὴ εἶναι ἡ ἐντολή. Κι ἐγὼ ἀκούοντάς την γίνομαι καλύτερος καὶ σὲ σᾶς χρωστῶ χάρη· καὶ δοῦλος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ μὲ συμβουλεύσει, δέχομαι τή συμβουλή, κι ἐλεύθερος νὰ εἶναι, πρόθυμα τὴν ἀκούω. Δὲν μὲ κάνει νὰ δέχομαι τὰ λόγια τους ἡ διαφορὰ τῶν προσώπων, ἀλλὰ ἡ ὠφέλεια τῆς συμβουλῆς. Διότι, ἂν ἐκεῖνος ὁ μέγας Μωυσῆς, ποὺ εἶχε μιλήσει μὲ τὸν Θεό, δὲν ἀρνήθηκε τὶς συμβουλὲς τοῦ πεθεροῦ του, ποὺ ἦταν βάρβαρος, ἀλλὰ κι ἐκεῖνος τὶς δέχθηκε κι ὁ Θεὸς τὶς βεβαίωσε, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς;
Δὲν σοῦ λέω νὰ γίνεις ἀκτήμων, ἀλλὰ νὰ ξοδέψεις τὸ περίσσευμά σου στοὺς φτωχούς, ὥστε αὐτὸ τὸ περίσσευμα νά γίνη αἰτία τῆς σωτηρίας σου. Δέν βλέπετε πόσοι πένητες στίς ἄκρες των δρόμων μένουν ἄρρωστοι καὶ γυμνοί; Εἶναι διαφόρων ἡλικιῶν κι ὁ ἕνας στηρίζει τὸν ἄλλον καὶ τὸ θέαμα ποὺ παρουσιάζουν εἶναι ἀβάσταχτο.
Δῶσε, λοιπόν, στὸν σύνδουλό σου, γιὰ νὰ ἔχεις τὸν Δεσπότη Χριστὸ ὀφειλέτη σου, τὸν Χριστὸ ποὺ τόσο τοῦ ἀρέσει νά χρωστᾶ, τὸν Χριστὸ ποὺ ξέρει νὰ ἀποδίδει τὸ κεφάλαιο μαζὶ μὲ τὸν τόκο· ἂν σὲ μᾶς ὁ τόκος εἶναι ἔγκλημα, στὸν Θεὸ εἶναι ἔπαινος.
Δὲν δίνεις στὸν φτωχό ; Πρόσεχε ποιὸς σοῦ ζητᾶ πίσω ἀπ’ αὐτὸν καὶ σεβάσου Ἐκεῖνον ποὺ πραγματικὰ θὰ λάβει τὴν προσφορά σου· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ φτωχὸς ἁπλώνει τὸ χέρι, ἀλλὰ ὁ Θεὸς παίρνει.
Νοιῶσε σὲ τί σημεῖο συγκατέβηκε ὁ Δεσπότης σου, γιὰ νὰ σὲ ἀναγκάσει νὰ μὴν εἶσαι σκληρὸς κι ἀπάνθρωπος. Πεινῶντα, λέγει, εἴδετέ με καὶ οὐκ ἐθρέψατε, διψῶντα καὶ οὐκ ἐποτίσατε· ξένον καὶ οὐ συνηγάγετε, γυμνόν καὶ οὐ περιεβάλετε καὶ τὰ λοιπά.
Δὲν δίνεις, λοιπόν, στὸν Χριστὸ ποὺ πεινᾶ; Σὺ καὶ ὁ φτωχὸς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μαζὶ τὸ μεταλαβαίνετε ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, μαζὶ κοινωνεῖτε ἀπὸ τὸ ἅγιο Ποτήριο. Στὰ μεγάλα καὶ τὰ φρικτά μαζί σου κοινωνεῖ, κι ἀπὸ τὰ μικρὰ δὲν τοῦ δίνεις; Ἤ μήπως πρόκειται νὰ τοῦ δώσεις δικά σου; Κι ἀπὸ τοὺς γονεῖς σου κι ἀπὸ τοὺς προγόνους σου ἂν τὰ ἔχεις κληρονομήσει, τοῦ Θεοῦ εἶναι. Τί τὰ θάβεις στὴ γῆ; Δῶσε στὸν πένητα κι ἔχεις φύλακά τους ἀσφαλῆ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Δὲν βλέπεις τοὺς γεωργοὺς τί κάνουν; Πολλὲς φορὲς δὲν ἔχει ν’ ἀγοράσει σπόρο, δίνει ἐνέχυρο τὰ ἴδια του τὰ ροῦχα καὶ παίρνει ἐκεῖνο ποὺ τοῦ χρειάζεται καὶ τὸ ἐμπιστεύεται στὴ γῆ. Συχνὰ τοῦ συνέβη ἡ κακοκαιρία νὰ μὴ τὸν ἀφήσει νὰ θερίσει τίποτε, κι ὅμως ἔχει ἐμπιστοσύνη πάντα κι ἐλπίδα στὴ γῆ. Ὅτι λοιπὸν ἡ γῆ κάνει, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει κι ὁ Θεός;
Μιμήσου ἐκείνη τὴ χήρα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ εἶχε μιὰ χούφτα ἀλεύρι στὴ στάμνα καὶ λίγο λάδι στὴ λήκυθο καὶ ποὺ ἀπ’ αὐτὰ ξενοδόχησε τὸν Προφήτη [σημ. πρόκειται γιὰ τὸν Προφήτη Ἠλία καὶ τὴ χήρα τῆς Σαρεπτᾶ (βλ. Γ΄ Βασιλ. 17, 8-24)] ἢ ἐκείνη τὴν ἄλλη χήρα τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ εἶχε δυὸ ὀβολοὺς καὶ τοὺς ἔριξε γιὰ τοὺς φτωχοὺς κι ὅλους τοὺς ἐλεήμονες τοὺς ξεπέρασε· διότι ἔρριξε ὅλο τὸν πλοῦτο της.
Μοῦ λές· εἶμαι φτωχὸς κι ἐγώ· δὲν ἔχω λεπτά. Δυὸ ὀβολοὺς δὲν ἔχεις; Μὰ κι αὐτοὺς νὰ μὴν ἔχεις, ὁ Κύριος ζητεῖ πλοῦτο καλῆς διαθέσεως. Γι αὐτὸ κι ἔλεγε· Ὅστις ἐὰν δῷ ποτήριον ψυχροῦ ὕδατος, οὐ μὴ ἀπολέση τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Πρόσεξε τὶ λέγει· ποτήρι κρύου νεροῦ, ὄχι ζεστοῦ, γιὰ νὰ μὴ στερηθεῖς τὸν μισθὸ ἐπειδὴ δὲν θὰ ἔχεις ξύλα νὰ τὸ ζεστάνεις. Καὶ ἡ πολιτεία ὅσους φόρους κι ἂν σοῦ ἐπιβάλλει, ἔχεις δὲν ἔχεις, τσακίζεσαι νὰ τοὺς πληρώσεις. Δὲν τὴ νοιάζει γιὰ τὶς δυνατότητές σου, ἀπαιτεῖ αὐτὸ ποὺ καθώρισε. Ἐνῶ ὁ Θεὸς δὲν κάνει τὸ ἴδιο· πάντα σοῦ ζητεῖ ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖς.
Γιατί ὑπάρχουν φτωχοί; Τάχα δὲν μποροῦσε ὁ Θεὸς νὰ βρέξει χρυσάφι; Ἀλλά δὲν τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει ἡ πενία τοῦ ἀδελφοῦ σου αἰτία νὰ σωθεῖς. Μέγα ἄνθρωπος καὶ τίμιον ἀνὴρ ἐλεήμων. Βλέπεις τί σπουδαῖο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη; Ο Θεὸς συγκρίνει μὲ τὸν ἑαυτό του τοὺς ἐλεήμονες. Λέει, γίνεσθε οἰκτίρμονες, ὡς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστίν.
Ἄν ἔλθει ὁ θάνατος, τὰ λεπτὰ μένουν ἐδῶ· γιατί λοιπὸν δὲν τὰ ἐμβάζεις ἀπὸ πρὶν ἐκεῖ πάνω, γιὰ νὰ συνηγορήσουν γιά σένα ἐκείνη τὴ μέρα οἱ πένητες, ὅπου δὲν θὰ ἔχεις ἄλλο ρήτορα νὰ σὲ ὑπερασπίσει; Θὰ δείξουν οἱ φτωχοὶ τὰ ροῦχα καὶ τὰ στρόφια καὶ θὰ σ’ ἁρπάξουν μὲς ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς γεέννας. Δὲν λιώνει τόσο εὔκολα ὁ ἥλιος τὸ χιόνι, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη ἀφανίζει πλῆθος ἁμαρτιῶν σὰν πέσει πάνω τους.
Καὶ γιὰ νὰ καταλάβεις τὸ ὕψος τῆς ἐλεημοσύνης, θὰ τὴ συγκρίνω μὲ μιὰν ἄλλην ἀρετή. Τί εἶναι πιὸ κοπιαστικὸ ἀπὸ τὴν παρθενία; Τίποτε. Πολλὲς εἶναι οἱ ἀρετές, ἄλλες μεγάλες, ἄλλες μεγαλύτερες, ἄλλες μικρότερες, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρθενία καμμιὰ δὲν εἶναι πιὸ δύσκολη διότι παλεύει ἐναντίον τῆς φύσεως· αὐτὸς ὁ πόλεμος δὲν ἔχει ἀνάπαυλα· εἶναι μάχη χωρὶς ποτὲ εἰρήνη, παρὰ γίνεται μονάχα μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παρθένος πατᾶ μέσα σὲ καμίνι, χωρὶς νὰ καίγεται· πατᾶ πάνω σὲ κάρβουνα ἀναμμένα, ἀλλὰ δὲν καίγεται· εἶναι σὲ καμίνι, ἀλλὰ νοιώθει δροσιά, καθὼς συνέβαινε καὶ μὲ τοὺς τρεῖς παῖδας· συναγωνίζεται τὶς ἀόρατες δυνάμεις, τὸν Μιχαὴλ μιμεῖται καὶ μὲ τὸν Γαβριὴλ ἁμιλλᾶται.
Στὸν παράδεισο ἦταν ἡ παρθενία καὶ καταστράφηκε ἀπὸ τὸν δράκοντα. Γι’ αὐτὸ καὶ στοὺς καιροὺς ποὺ μεσολάβησαν, δὲν φαινόταν· ἀλλὰ ὅταν ἦλθε ὁ ἐκ Παρθένου γεννηθεὶς Ἰησοῦς Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τότε ξαναφάνηκε. Καὶ θέλεις νὰ μάθεις τῆς παρθενίας τὸ μεγαλεῖο; Ὁ Μωυσῆς ἔσκισε τὴ θάλασσα, ἄλλαξε τὸν ἀέρα, τὸ μάννα ἔκανε νὰ πέσει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν κατηγόρησαν γιὰ τὴ γυναῖκα του τὴν Αἰθιόπισσα, ὅτι εἶχε γυναῖκα· καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀκόμη, καὶ ὁ Ἰσαάκ, καὶ ὁ Ἰακώβ, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰωσὴφ ποὺ ἦταν τόσο σώφρων, γυναῖκα εἴχανε.
Θέλεις νὰ μάθεις τί ὑψηλὸ πρᾶγμα εἶναι ἡ παρθενία; Ὁ Χριστὸς σὰν ἦλθε, δὲν τὴν πρόσταξε ὡς ἀναγκαστικὴ ἐντολή· ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετὲς τὶς εἶπε ἀναγκαῖες κι αὐτὴ τὴν ἄφησε ἀπ ̓ ἔξω, ὥστε, ἂν ἑκούσια τὴν ἐφαρμόσεις, νὰ στεφανωθεῖς. Ὅσοι ἀσκοῦν τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀκτημοσύνη, πρώτη αὐτὴν ἀποκτοῦν καὶ χρησιμοποιοῦν. Εἰσί γὰρ εὐνοῦχοι οἵτινες ἐγεννήθησαν οὕτω· καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ὄχι ἔχοντας ἀκρωτηριαστεῖ σωματικῶς, ἀλλὰ ἔχοντας ἀποκόψει τὴν ἀκόλαστη ἐπιθυμία. Ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω. Καὶ ὁ Ἀπόστολος ἀφοῦ εἶδε ὅλες τὶς ἀρετές, ὅταν βρέθηκε μπροστὰ στὸ δικό της πέλαγος, λέει· περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω. Εἶδες πόσο μεγάλη εἶναι ἡ παρθενία;
Κι ὅμως, χωρὶς τὴν ἐλεημοσύνη σὲ τίποτε δὲν ὠφελεῖ. Ἐνῶ οἱ ἐλεημονοῦντες χωρίς παρθενία πολλοὺς ἔμπασαν στὸν παράδεισο. Οἱ πέντε μωρὲς παρθένες, ποὺ δὲν εἶχαν λάδι, ἀλλὰ μόνη τὴν παρθενία, δὲν μπῆκαν στὸν νυμφῶνα· εἶπαν στὶς φρόνιμες δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν. Καὶ δίκαια ὀνομάστηκαν μωρές, διότι ἐνῶ εἶχαν κατορθώσει τὸ πιὸ δύσκολο, παραμέλησαν τὸ εὔκολο· κατέβαλαν τὸν μεγάλο ἀντίπαλο καὶ ἀπὸ τὸν μικρὸ νικήθηκαν. Καὶ σὰν ἦλθε ὁ Νυμφίος, μπῆκαν οἱ φρόνιμες στὸν νυμφῶνα· καὶ πῆγαν καὶ οἱ ἄλλες κι ἄρχισαν νὰ χτυπᾶνε τὴν πόρτα· καὶ τοὺς λέγει ὁ Κύριος· Οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γιατί; Ὅτι πεινῶντα με εἴδετε, καὶ οὐκ ἐθρέψατε.
Εἴθε νὰ μὴν ἀκούσουμε κι ἐμεῖς αὐτὴ τὴν ἀπάντηση. Καὶ σ ̓ ἐκείνους ποὺ κατώρθωσαν τὴν ἐλεημοσύνη λέει: Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου. Γιατί; Διότι φύλαξαν παρθενία; Καθόλου. Ἀλλὰ διότι: Ἐπείνασα, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καί περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ ἐπεσκέψασθέ με.
Καὶ γιὰ νὰ καταλάβεις βαθιὰ τὶ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, πάλι θὰ σχολιάσω καὶ θὰ σᾶς θυμίσω τὴν ἱστορία αὐτή. Δέκα παρθένες ἦσαν, οἱ πέντε φρόνιμες καί οἱ ἄλλες πέντε μωρές. Καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε τὰ μεσάνυχτα· σηκωθεῖτε, ὁ νυμφίος ἔρχεται! Τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀναστάσεως, ὅταν οἱ ἄγγελοι θὰ μᾶς ξυπνήσουν. Κι ἀφοῦ σηκώθηκαν οἱ παρθένες, στόλισαν τὶς λαμπάδες τους. Καὶ ἡ λαμπάδα εἶναι ἡ παρθενία, τὸ καθαρό, τὸ διαπεραστικό, τὸ φωτεινὸ τῆς παρθενίας.
Λένε οἱ μωρὲς στὶς φρόνιμες: Δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν. Λέγουσιν αὐταῖς αἱ φρόνιμοι, φοβούμεθα μήποτε οὐκ ἀρκέσῃ ἡμῖν καὶ ὑμῖν, (ὄχι ὅτι ἀπὸ ζήλεια ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς δώσουν· ἐκεῖ πιὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη χρημάτων· δὲν ὑπάρχουν πλούσιοι καί φτωχοί). Ἀλλ ̓ ἀπελθοῦσαι, ἀγοράσατε.

Καὶ ποιοί ἦσαν οἱ πωληταί; Οἱ πένητες. Ὁ ἐλεήμων μᾶλλον παίρνει παρὰ δίνει. Δίνει τὰ γήινα καὶ παίρνει τὰ ἐπουράνια. Ὅταν λοιπὸν πῆγαν ν’ ἀγοράσουν, ἦλθε ὁ Νυμφίος· καὶ μπῆκαν μαζί του στὸν νυμφῶνα οἱ ἕτοιμες καὶ σφαλίστηκαν οἱ πόρτες. Κι ὅταν ἔφτασαν οἱ ἄλλες καὶ χτυπήσανε, ὁ Νυμφίος τοὺς εἶπε. Οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Βλέπεις; Ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ἐλεημοσύνη πῆγαν χαμένοι καὶ οἱ κόποι τῆς παρθενίας τους καὶ ἔμειναν ἔξω τοῦ νυμφῶνος.
Ἀφοῦ καταλάβουμε, λοιπόν, τὸ κέρδος τῆς ἐλεημοσύνης, ἀδελφοί, ἂς τὴν ἐφαρμόζουμε, καὶ γιὰ νὰ μποῦμε στὸ νυμφῶνα, καὶ γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά, χάριτι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ ̓ οὗ τῷ Πατρὶ ἡ δόξα σὺν τῷ ἁγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
(Περιοδικό «Κιβωτός», ἀρ. φ. 15, Μάρτιος 1953, σελ. 83-86. Μετάφραση Τιμόθεου Πασχίδη.
Στὸ Ἱστολόγιο «Ἑλληνικὴ Πατρολογία», 29-12-2022)