
Ο αββάς Ποιμήν έλεγε: «Αν ταπεινώσεις τον εαυτό σου, θα έχεις ανάπαυση σε όποιον τόπο και να καθίσεις».
Ο αββάς Ποιμήν είπε: «Κάθε δοκιμασία που θα σου έρθει, θα τη νικήσεις με τη σιωπή».
Είπε ο αββάς Ποιμήν: «Αν δεν είχε έρθει ο Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρας, δεν θα καιγόταν ο ναός του Θεού1. Αυτό σημαίνει ότι, αν δεν είχε έρθει στην ψυχή η ανάπαυση που είναι αποτέλεσμα της γαστριμαργίας, ο νους δεν θα νικιόταν στον πόλεμο με τον εχθρό».
Επίσης είπε: «Ο Δαβίδ, τότε που πάλεψε με το λιοντάρι, το έπιασε από τον λαιμό και αμέσως το σκότωσε2. Αν λοιπόν κι εμείς κυριαρχήσουμε στον λάρυγγα και στην κοιλιά μας, δηλαδή στη φιληδονία και στη γαστριμαργία, θα νικήσουμε με τη βοήθεια του Θεού το αόρατο λιοντάρι».
Για τους εμπαθείς λογισμούς συμβούλευε: «Δεν μπορείς να τους εμποδίσεις να έλθουν, αλλά στο χέρι σου είναι να αντισταθείς σ’ αυτούς».
Δεν πρέπει να κατακρίνουμε τον αδελφό μας αλλά να σκεπάζουμε το λάθος του επειδή «την στιγμή που θα σκεπάσουμε το πταίσμα του αδελφού μας και ο Θεός θα σκεπάσει το δικό μας· και την ώρα που θα φανερώσουμε το πταίσμα του αδελφού και ο Θεός θα φανερώσει το δικό μας».
«Ο άνθρωπος χρειάζεται την ταπεινοφροσύνη και τον φόβο του Θεού σαν την πνοή που εξέρχεται από την μύτη του». Μόνο με την αυτομεμψία, που μας κάνει να θεωρούμε τον αδελφό μας ανώτερο, μπορούμε να φθάσουμε στην ταπείνωση εκείνη που μας αναπαύει σε κάθε περίσταση.
Ο ίδιος, περιφρονούσε τον εαυτό του σε τέτοιο βαθμό ώστε έλεγε: «Εγώ λέω ότι ρίπτομαι στον τόπο που θα ριφθεί ο Σατανάς. Είμαι κάτω από τα άλογα ζώα γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ακατάκριτα». Όταν τον ρώτησαν πώς γίνεται να θεωρεί τον εαυτόν του κατώτερο από κάθε πλάσμα, ακόμη και από έναν φονιά, ο Γέροντας αποκρίθηκε: «Εκείνος έκανε μόνο την αμαρτία αυτή, ενώ εγώ φονεύω κάθε μέρα».
Μια φορά έπεσε σε έκσταση μπροστά σε κάποιον δικό του, ο οποίος τον ρώτησε μετά πού είχε μεταφερθεί. Εκείνος αποκρίθηκε: «Ο λογισμός μου ήταν όπου στεκόταν η αγία Μαρία η Θεοτόκος και έκλαιε δίπλα στον Σταυρό. Κι εγώ θα ήθελα να κλαίω πάντα έτσι».
Για τη σκληροκαρδία έλεγε: «Η φύση του νερού είναι απαλή, η δε της πέτρας σκληρή, το δε κανάτι όταν κρέμεται πάνω από την πέτρα, σταλαγματιά-σταλαγματιά, τρυπά την πέτρα. Έτσι και ο λόγος του Θεού είναι απαλός, η δε καρδιά μας σκληρή· ακούοντας δε πολλές φορές ο άνθρωπος τον λόγο του Θεού, ανοίγεται η καρδιά του στον φόβο του Θεού».
1. Δ΄ Βασ. 25, 8-9˙ Ιερ. 52, 12-13.
2. Πρβ. Α΄. Βασ. 17, 34-35.
(Ιστότοπος «Ορθόδοξη Πορεία», 27-08-2025)