Δυστυχία τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης

            Ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης ἔχει δύο ὄψεις. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς συντελοῦν στὴν δυστυχία τοῦ ἀνθρώπου.

            Ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνη, ποὺ δὲν κάνει κακὸ στὸν ἄλλο. Χωρὶς ὅμως νὰ κάνει καὶ καλό. Εἶναι ἡ οὐδέτερη. Δὲν βοηθάει τὸν πλησίον. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν διπλανό της. Δὲν ὑπάρχει σύνδεσμος μὲ τὸν συνάνθρωπο. Εἶναι ἡ παγερότης ἐκείνη ποὺ στὸν πόνο τοῦ ἄλλου σηκώνει τοὺς ὤμους. Ἀντιπαρέρχεται μὲ ἕνα βλέμμα οἴκτου, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἔκανε μὲ τὸ ἴδιο του τὸ χέρι κακὸ σ’ αὐτὸν ποὺ ἔπεσε στοὺς ληστές. Καὶ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν σήκωσε τὸ χέρι γιὰ μιὰ βοήθεια στὸν καταπληγωμένο καὶ καταληστεμένο συνάνθρωπο. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἄρνηση. Ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ ἄλλου.

            Αὐτὴ ἡ ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος ἐπιτείνει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο τοῦ ἄλλου καὶ γενικότερα τῆς κοινωνίας. Ἐὰν δὲν περνοῦσε ὁ Σαμαρείτης ἀπὸ τὸν δρόμο ἐκεῖνο, ποὺ ἦταν ὁ πληγωμένος ἀπὸ τοὺς ληστὲς καὶ περνοῦσαν μόνο οἱ δύο ἐκεῖνοι ἱερεῖς καὶ λευΐτες, ὁ πληγωμένος ποιός ξέρει πόσο καιρὸ θὰ ἔμενε ἐκεῖ, χωρὶς καμμία περιποίηση, σφαδάζων κάτω ἀπὸ τοὺς πόνους μέχρι νὰ πεθάνει. Ὅταν ὅμως οἱ δικοί του πόνοι θὰ τελείωναν μὲ τὸν ἀργὸ καὶ πικρὸ ἐκεῖνο θάνατο, νέοι θ’ ἄνοιγαν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζοῦσε στὴν κοινωνία. Εἶχε ἴσως οἰκογένεια. Ὁ Κύριος γνωρίζει τί χηρεία καὶ τί ὀρφάνια θ’ ἄφηνε πίσω. Τί φτώχεια, τί δυστυχία, τί δάκρυα. Κι αὐτὸ γιατὶ οἱ δύο ἐκεῖνοι, πού, φαινομενικὰ δὲν ἔκαναν κακό, οὔτε μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς πάει στὸ δικαστήριο, μὲ τὴν ἄρνηση νὰ κάνουν τὸ καλό, τόσα κακά ἀκολούθησαν. Καί, φυσικά, ἡ ἐνοχή τους δὲν εἶναι μικρότερη ἀπὸ ἐκείνη τῶν ληστῶν.

            Ἑπομένως, καθένας ποὺ ἐπαναπαύεται καὶ λέει, ὅτι ἐγὼ δὲν κάνω κακὸ σὲ κανέναν, κι’ ἔτσι εἶμαι ἐντάξει, πολὺ πλανᾶται. «Ὁ μὴ ὧν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ, σκορπίζει» (Ματθ. ιβ΄ 30). Δὲν ὑπάρχει οὐδετερότητα· ἤ μάζεμα ἤ σκόρπισμα.

            Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἄλλη πλευρά. Εἶναι ἐκείνη, ποὺ ὄχι μόνο δὲν κάνει τὸ καλό, ἀλλά, ἀντίθετα, κάνει τὸ κακό. Βλάπτει, ἀδικεῖ, ζημιώνει, λυπεῖ, στενοχωρεῖ μὲ λόγια, μὲ ἔργα, μὲ ὅ,τι μπορεῖ τὸν διπλανό. Προπαθεῖ ὅπως μπορεῖ καὶ μὲ ὅ,τι μέσα διαθέτει, νὰ δολοφονήσει τὴν ἀγάπη. Νὰ τὴν πολεμήσει. Νὰ βάλει στὴ θέση της τὴν κακότητα, τὴν ἐχθρότητα, τὸ μῖσος.

Δὲν ξέρω πόσοι ἔχουν προσέξει μιὰ λεπτομέρεια στὰ πρακτικὰ τῆς παγκόσμιας δίκης, ποὺ μᾶς παρουσιάζει ὁ Κύριος· στὸ 25ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Ἐνῶ δηλαδὴ ἀνακρίνει καὶ καταδικάζει ἐκείνους ποὺ δὲν ἔκαναν τὸ καλό, δὲν ἀναφέρει τίποτα γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔκαναν τὸ κακό. Γιατί; Διότι ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ κακό, ἔχει πλέον ὁ ἴδιος βγάλει τὴν ἀπόφαση γιὰ τὸν ἑαυτό του. Δὲν χρειάζεται ἀνάκριση. Ἡ κακοποιΐα εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν αὐτοκαταδίκη. Γιὰ τοὺς προηγούμενους, ποὺ μόνο τὸ καλὸ δὲν ἔκαναν, ἴσως μερικοὶ ἤ καὶ οἱ ἴδιοι, νὰ εἶχαν τὴν ἐντύπωση ὅτι μιὰ καὶ δὲν ἔκαναν κακὸ ἦταν ἄξιοι ἀθωωτικῆς ἀπόφασης. Καὶ γι’ αὐτὸ γίνεται καὶ ἡ σχετικὴ διαδικασία. Ἄς ἐξετάσουμε τὴν πλευρὰ αὐτὴ κάπως ἀναλυτικότερα.

            Τὸ ὅτι ἡ κακοποιΐα εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο τῆς ἀγάπης εἶναι αὐτονόητο. Τὸ ὅτι ἡ πράξη τοῦ κακοῦ, δηλαδή, ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ποὺ ὄχι μόνο δὲν βοηθάει στὴν εὐτυχία τοῦ πλησίον, τοῦ διπλανοῦ, ἀλλ’ ἀντίθετα δημιουργεῖ λύπη καὶ θλίψη, εἶναι ἐπίσης αὐτονόητο ὅτι εἶναι διαλυτικὸ στοιχεῖο καὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐτυχίας καὶ γενικότερα τοῦ εἰρηνικοῦ καὶ ὁμαλοῦ κοινωνικοῦ βίου. Ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἁρμονία, τὴν εἰρήνη, τὴν ἀλληλοβοήθεια, τὴν ἀλληλοεξυπηρέτηση. Ὅταν ἕνας ὀργανισμός, ἕνα σῶμα εἶναι ἀρτιμελὲς καὶ ὅλα τὰ μέλη ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν συνεργάζονται ἁρμονικά, τὸ σῶμα αὐτὸ χαίρει εὐεξίας. Ὅταν ὅμως παρεμβληθεῖ κάτι ποὺ ταράζει τὴν ἁρμονία, τότε ἀρχίζει ἡ δυσφορία, ὁ πόνος, ἡ ἀρρώστια.

            Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἔργο κάνει στὸν ἄνθρωπο, στὴν οἰκογένεια, στὴν κοινωνία ἡ κακοποιΐα. Δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ κακό. Ἐκεῖνος, ποὺ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο δημιουργεῖ βλάβη στὸν διπλανό του. Εἴτε σωματικὴ εἶναι αὐτὴ εἴτε ὑλικὴ εἴτε ἠθικὴ εἴτε πνευματικὴ εἴτε ὁποιαδήποτε ἔμμεση ἤ ἄμεση, κρυφὴ ἤ φανερή.

            Ἐὰν ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἱστορία αἵματος καὶ πόνου, πολέμων καὶ σφαγῆς, ἐξανδραποδισμοῦ καὶ ὀλέθρου, τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς στὴν κακοποιΐα. Ὀφείλεται στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ ὄχι μόνο δὲν κάνει τὸ καλό, ἀλλὰ ἀντίθετα κάνει τὸ κακό.

            Ἐὰν σήμερα ζοῦμε σὲ μιὰ ἐμπόλεμη εἰρήνη, ἐὰν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξοπλισμῶν φθάνουν σὲ ἀστρονομικὰ ὕψη, ἐὰν ἔχουμε στρατιῶτες στὰ σύνορα καὶ χωροφύλακες στὴν ἐνδοχώρα, ἐὰν κλειδώνουμε τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν μας καὶ μὲ πολλὴ καχυποψία βλέπουμε κάθε ἄγνωστο ποὺ μπαίνει στὸ σπίτι μας, τοῦτο γίνεται γιατὶ λείπει ἡ ἀγάπη. Ἐὰν ἀκόμη δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη οὔτε ἀνάμεσα στὰ ἀδέλφια, κι’ ἄν ἡ διάσπαση καὶ ἡ διαίρεση δὲν σεβάστηκε οὔτε αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὀργανισμούς, τοῦτο ὀφείλεται στὴν ἔλλειψη τῆς ἀγάπης.

(βλ. Φιλοποίμενος Β. Καρατζᾶ, Τὰ μυστικὰ τῆς ἀγάπης, ἄ.χ.τ., σελ. 11-14)

Κύλιση στην κορυφή